ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ
Έπειτα όμως, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «προ εξ ημερών του Πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν». Από εκεί, μετά το δείπνο στο σπίτι του Λαζάρου, έστειλε δύο μαθητές του, του έφεραν «την όνον και τον πώλον» και την Κυριακή, καθήμενος επί πώλου όνου, έμπαινε στα Ιεροσόλυμα. Τότε τα πλήθη των Εβραίων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα χαράς κι αγαλλιάσεως, τον υποδέχονταν με ζωηρούς αλαλαγμούς: «Ωσαννά τω Υιώ Δαβίδ. Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ». Και άλλοι έστρωναν στο δρόμο τα ενδύματα τους, άλλοι έκοβαν κλωνάρια από τις ελιές κι από τις φοινικιές και τα’ ριχναν στο δρόμο, ή τ’ ανέμιζαν με τα χέρια τους ζητωκραυγάζοντας με ενθουσιασμό. Το «ωσαννά» ακούγονταν μυριόστομο απ’ όλους τους Εβραίους μα πιο πολύ ακόμα από τα θηλάζοντα βρέφη, για να εκπληρωθεί και η Προφητεία του Δαβίδ: «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον». Κι’ όλος ο κόσμος των Ιεροσολύμων χαίρονταν και πανηγύριζε, για να επαληθεύσει κι άλλη μια προφητεία, του Προφ. Ζαχαρίου αυτή: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι πραύς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον, υιόν υποζυγίου». Άλλοι Πατέρες πάλι -αυτό που μας ενδιαφέρει όλους σήμερα για την προσωπική πνευματική ζωή μας- δίνουν αυτή εδώ την ερμηνεία: Τώρα που περιμένουμε το νικητή Χριστό να μπει στα Iεροσόλυμα του καθενός μας και στη στέγη της ψυχής μας με τα άχραντα Μυστήρια, πρέπει με μια ειλικρινή μετάνοια να πετάξουμε τα παλιά ενδύματα των αμαρτιών μας, που τόσον καιρό εφορούσαμε. Ν’ αφήσουμε δηλ. κάθε παλιά κακή συνήθεια και ν’ απεκδυθούμε τον παλιό μας άνθρωπο, «συν ταις πραξεσιν αυτού και ταις επιθυμίαις». Ύστερα, με μια τέλεια πνευματική αλλαγή ζωής, να πάρουμε στα χέρια τα βάγια της νίκης, δηλ. τις αειθαλείς πνευματικές αρετές, με τις οποίες θα νικήσουμε τους τρεις μεγάλους εχθρούς μας: τη σάρκα, τον κόσμο και το διάβολο. Κι έπειτα, με άρρητη χαρά και αγαλλίαση, να πλησιάσουμε την αγία τράπεζα του Άρτου της ζωής, λέγοντας μαζί με τους ανυμνούντας παίδες του Ευαγγελίου: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»!
Ούτος και εις τον καλόν λιμένα έφθασεν, και τον λοιπόν κίνδυνον δεν φοβείται. Η αγία Τεσσαρακοστή, την οπoίαν διήλθομεν, είναι αγιασμός και σωτηρία της ψυχής ημών, διότι η νηστεία είναι μέγα όφελoς. Από αυτήν την νηστείαν ο Mωϋσής έγινε νομοθέτης του Eβραϊκού γένους, από αυτήν εκαθαρίσθη ο νους του και είδε δόξαν Θεού. Από αυτήν και οι τρεις παίδες έσβεσαν την φλόγα της καμινου, από αυτήν και ο προφήτης Δανιήλ ημέρωσε τους λέοντας, από αυτήν ο προφήτης Ηλίας εκράτησε τα νέφη και δεν έβρεξε τρεις χρόνους και εξ μήνας και, σχεδόν ειπείν, όλοι οι Άγιοι από αυτήν ετιμήθησαν, από αυτήν ηξιώθησαν της Βασιλείας των ουρανών. Με αυτήν την νηστείαν, είθε και ημείς να αξιωθώμεν, τώρα μεν να φθάσωμεν την αγίαν ημέραν του Πάσχα, να λαμπροφορέσωμεν ψυχικά και σωματικά, και να εορτάσωμεν, ως αγαπά ο Χριστός, εκεί δε, εις τον μέλλοντα αιώνα, να αξιωθώμεν του αιωνίου Πάσχα, της αιωνίου χαράς, και της αιωνίου τρυφής».
ΑΝΑΒΟΛΗ - ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Μπορείς να είσαι βαριά άρρωστος και να αναβάλλεις την επίσκεψή σου στο γιατρό; Μπορεί να άρπαξε φωτιά το σπίτι σου και να αναβάλλεις την ειδοποίηση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας; Μπορείς να βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και να αναβάλλεις την περικοπή των περιττών σου εξόδων; Θα καταστραφείς. Με την αναβολή της μετανοίας, παρατείνουμε το ψυχικό μας δράμα. Εξασθενίζουμε την αντίσταση του πνευματικού μας εαυτού. Αφήνουμε την καρδιά μας να πιέζεται από τις τύψεις. Και το σπουδαιότερο; διώχνουμε τη χάρη του Θεού και τις ευκαιρίες που Εκείνος μας παρουσιάζει κάθε φορά. Έπειτα, με την αναβολή αφήνουμε άλυτο το εσωτερικό μας πρόβλημα. Οι τύψεις που παρατείνονται και δεν σταματούν, υποσκάπτουν την σωματική και την πνευματική υγεία. Αναβάλλουμε γιατί σκεπτόμαστε ότι είμαστε νέοι και έχουμε καιρό. Ποιος μας λέει ότι έχουμε καιρό; Έχουμε κάνει με τον Θεό κάποιο συμβόλαιο, ότι θα ζήσουμε μέχρι τα γηρατειά μας; Πόσοι νέοι ή και νεότεροί μας εγκατέλειψαν τον παρόντα κόσμο πριν της ώρας τους; Η ώρα του θανάτου είναι άγνωστη. Ο θάνατος, όπως λέει το Ευαγγέλιο, έρχεται «ως κλέπτης εν vυκτί», σε ώρα πού δεν το περιμένουμε. Και τότε; πως θα παρουσιαστούμε ενώπιον του αδέκαστου κριτή; πως θα σύρουμε μέχρι των ποδών Του το βαρύ φορτίο των αμαρτιών μας; Ενώ θα μπορούσαμε με τη μετάνοια και εξομολόγηση, να έχουμε εξαλείψει την ενοχή και να αποθέσουμε το βάρος της.
Το αύριο, όπως και το τέλος της ζωής μας, είναι άγνωστο και αβέβαιο. Αν αφήσουμε ανεκμετάλλευτο τον καιρό της χάριτος, διαπράττουμε ηθική αυτοκτονία. Η αναβολή οδηγεί συχνά σε αμετανοησία. «Οι μεταστροφές κατά την τελευταία στιγμή της ζωής, είναι μάλλον θαύματα παρά παραδείγματα», λέγει πολύ ορθά κάποιος άγιος. Αποτελούν ίσως την εξαίρεση. Όχι τον κανόνα.
Και παγίδα επικίνδυνη για κάθε ανύποπτο διαβάτη της ζωής. Η αναβολή είναι αισχρό μέσο με το οποίο ο αντίδικός μας ο διάβολος επιχειρεί να κυριέψει το φρούριο της ψυχής μας και να στερεώσει στο κέντρο του την απαίσια κυριαρχία του. Γι’ αυτό, αν κάτι βαραίνει την ψυχή μας, ας μη αναβάλλουμε. Ας τρέξουμε στον πνευματικό. Ας αποθέσουμε στο πετραχήλι του τις αμαρτίες μας, Όχι αύριο. Όχι όταν έχουμε ευκαιρία. Το αύριο ανήκει στο Θεό. Ας διώξουμε μακριά από την καρδιά μας το πνεύμα της αναβολής. Ας απομακρύνουμε τη ραθυμία, την πνευματική τεμπελιά, την εγκληματική μας αμέλεια. Ας τινάξουμε από πάνω μας το λήθαργο και τον πνευματικό ύπνο. Ας μη διστάζουμε. Ας μη μας παρουσιάζει σαν βουνό τη μετάνοια ο πονηρός. Εμείς, ας ακούσουμε τη φωνή του Θεού και ας σπεύσουμε πλησίον Του.
ΜΗΤΡ.
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ
|