|
|
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ |
Πηγή Ζωής
ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 133
- 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 2007 |
ΙΕΡΟΣ
ΝΑΟΣ
ΖΩΟΔΟΧΟΥ
ΠΗΓΗΣ ΒΑΡΕΙΑΣ |
Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
Η αμαρτία λοιπόν κατά την Αγία Γραφή είναι η ανομία, η καταπάτηση, η παρακοή
του νόμου του Θεού. Για να γίνει σαφέστερη η αλήθεια αυτή σημειώνουμε μερικά
παραδείγματα.
Ο νόμος του Θεού ορίζει να σεβόμαστε και να προστατεύουμε τη ζωή του άλλου.
Όταν τον κακοποιούμε με οποιοδήποτε τρόπο, πολύ περισσότερο όταν του
αφαιρούμε τη ζωή, τότε διαπράττουμε αμαρτία. Ο νόμος του Θεού παραγγέλλει,
επίσης, να μην αγγίζουμε την ξένη περιουσία. Όταν κλέπτουμε ή
εκμεταλλευόμαστε ή κατά κάποιο τρόπο αδικούμε, καταπατούμε το νόμο του Θεού.
Ο νόμος του Θεού διατάσσει να σεβόμαστε την τιμή, την υπόληψη και γενικώς
την προσωπικότητα του άλλου. Όταν ο άνθρωπος ανοίγει το στόμα του και
κατηγορεί τον πλησίον, τον συκοφαντεί, διατυπώνει χίλια δύο ψεύδη για να
βλάψει την υπόληψη του, αμαρτάνει.
Ο Θεός παραγγέλλει στον άνθρωπο να διατηρεί το σώμα του καθαρό και αγνό.
Όταν ο άνθρωπος παραδίδει το σώμα του, που είναι ναός του Παναγίου
Πνεύματος, στην ατιμία και ανηθικότητα, τότε αμαρτάνει θανάσιμα.
Ο Θεός επίσης θέλει να μη βγαίνουν από το στόμα του ανθρώπου σάπια, ελεεινά
λόγια. Όταν αφήνουμε τη γλώσσα μας να προφέρει λόγια απρεπή και άσεμνα,
αμαρτάνουμε. Ο Θεός ζητεί από τον άνθρωπο να μη θυμώνει, να μη οργίζεται, να
μη φθονεί τους άλλους. Όταν ο χριστιανός ενδίδει σ’ αυτά, τότε αμαρτάνει. Ο
Θεός θέλει να αγαπούμε τους άλλους, σαν τον εαυτό μας. Να είμαστε ελεήμονες,
να συντρέχουμε το ορφανό, τη χήρα, τον πάσχοντα. Όταν εμείς δείχνουμε
αδιαφορία, ασπλαχνία ή ακόμη χειρότερα πιέζουμε και αδικούμε τους πτωχούς,
τους έχοντες ανάγκη, τότε διαπράττουμε μεγάλη αμαρτία.
Ακόμη ο νόμος του Θεού ορίζει την αργία και τον αγιασμό της Κυριακής, τον
ανελλιπή εκκλησιασμό και την τακτική συμμετοχή μας στα μυστήρια της ιεράς
Εξομολογήσεως και της Κοινωνίας των Αχράντων Μυστηρίων. Όταν αυτά τα
αμελούμε, τα αποφεύγουμε, εργαζόμαστε την αμαρτία.
Ας δούμε ακριβέστερα το περιεχόμενο της εννοίας της αμαρτίας, που δίδει ο
νόμος του Θεού, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη.
Ο Μωσαϊκός νόμος δεν απέβλεπε τόσο στην ηθική προαγωγή ή διεύρυνση του
αισθήματος της ηθικής ατέλειας, όσο στο να δημιουργήσει έθνος, μέσα στο
οποίο να μπορούσε να πραγματοποιηθεί και διατηρηθεί κοινωνία με τον ένα Θεό.
Από αυτό τα πολιτικά και τελετουργικά στοιχεία ήσαν τα κυριότερα, από τα
οποία η αμαρτία κάτω από το νόμο σημαίνει πολύ περισσότερο παραμέληση
συνειδητή ή ασυνείδητη των λειτουργικών κανόνων, παρά ηθική παράβαση, μεταξύ
των οποίων άλλοτε ουδεμία διάκριση υπήρχε. Ηθικό θεωρούσαν καθετί το οποίο
συμφωνούσε προς τα κρατούντα κοινωνικά έθιμα.
Παρά ταύτα υπάρχουν και σαφείς αποδείξεις ότι παράλληλα επικρατούσαν και
μερικές ανώτερες αντιλήψεις. Π.χ. γίνεται διάκριση μεταξύ εκουσίου και
ακουσίου φόνου ( Εξοδ. ΚΑ΄ 12-14). Ο Δεκάλογος καταδικάζει αμαρτίες της
διανοίας, των λόγων και έργων ( Εξοδ. Κ'27).
Επίσης ήδη αναπτύσσεται η αντίληψη ότι κάθε παράβαση του ηθικού νόμου
προσβάλλει όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά και αυτόν τον Θεό (Γεν. ΛΘ' 9, Αριθμ.
ΛΒ' 23, Α' Βασιλ. Β ' 17). Ο Θεός είναι κριτής των ενόχων πράξεων του
ανθρώπου ως ατόμου και του ενόχου ως ολότητας (Δευτ. Α' 17, Δ' Βασιλ. Β' 25
κ.ά.).
Από της εποχής των Προφητών υπάρχει σαφής ηθική αντίληψη περί αμαρτίας. Ο
Μιχαίας και ο Ησαΐας ακολουθούν τον Αμώς.
Ο προφήτης Ησαΐας περιγράφει τον τρόπο του σκέπτεσθαι και ενεργείν των
ανθρώπων που κατεργάζονται την αμαρτία και διατυπώνει τα ακόλουθα: «Κανείς
δεν λαλεί δίκαια, ούτε υπάρχει σ’ αυτούς κρίση και απονομή δικαιοσύνης
αληθινή, έχουν στηριγμένη την πεποίθηση τους στα είδωλα και λαλούν ψέματα
και ανυπόστατα, διότι συλλαμβάνουν και κυοφορούν το κακό και γεννούν κατόπιν
σκέψεως και μελέτης την παρανομία. Αυτοί έσπασαν αυγά ασπίδων και υφαίνουν
όλεθρο, αλλ’ εύθραυστο ιστό αράχνης, μετά πολλής σκέψεως και τέχνης την
επιβουλή παρασκευάζοντες και εκείνος που έμελλε να φάγει από τα αυγά που
επωάζουν, όταν συνέτριψε αυτά, βρήκε δυσώδες και θανατηφόρο περιεχόμενο και
μέσα στο αυγό του ήταν το δηλητηριώδες φίδι βασιλικός».
Όλοι οι Προφήτες με το έργο τους τόσο ενεβάθυναν στην αντίληψη της αμαρτίας,
ώστε αναγνωρίσθηκε πλήρως ο ηθικός χαρακτήρας του Θεού.
Ουσιώδες γνώρισμα της αμαρτίας κατά την περίοδο τής Π. Διαθήκης θεωρείται
ότι είναι η προσβολή που στρέφεται κατ’ ευθείαν κατά του Θεού μάλλον, παρά
κατά των ανθρώπων. Και βέβαια η Π. Διαθήκη δεν γνωρίζει τίποτε περί
προπατορικής αμαρτίας, αναγνωρίζει όμως σαφώς έμφυτη την τάση του ανθρώπου
προς το κακό, η οποία φέρει μαζί της αν όχι ευθύνη, τουλάχιστον κάποια
έννοια ηθικής αναξιότητας.
Εάν όμως λάβει κανείς υπόψη του τα λόγια του προφήτη Ησαΐα: «Ενώ είμαι
άνθρωπος και έχω ακάθαρτα χείλη και κατοικώ ανάμεσα στο λαό, που έχει χείλη
ακάθαρτα, και συνεπώς ούτε εγώ, ούτε ο λαός αυτός είμαστε άξιοι να υμνούμε
τον Κύριο, όπως Τον υμνούν τα Σεραφείμ» τι συμπεραίνει; Ότι όχι μόνο η ιδέα
της κληρονομικής αμαρτίας υπήρχε, αλλά ότι και οι συγγραφείς τής Π. Διαθήκης
ανήκουν σε αμαρτωλό γένος. Δεν εξηγείται μεν πώς συμβαίνει αυτό, αλλά
οπωσδήποτε αποτελεί ένδειξη περί της προς το κακό ροπής του ανθρώπου.
Το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν επενόησε ο ίδιος την αμαρτία, αλλά ο διάβολος,
ο οποίος παρέσυρε αυτόν με απάτη και δόλο στην ανυπακοή προς τον Θεό (Γεν.
Γ' 1-5), έχει σπουδαιότατη σημασία. Διότι, εάν ο ίδιος ο άνθρωπος είχε
εφεύρει την αμαρτία, αυτό θα σήμαινε ότι αυτός απολύτως και εξ ιδίας
προαιρέσεως, όπως και ο διάβολος, έγινε κακός, πράγμα το οποίο θα καθιστούσε
αυτόν ανεπίδεκτο της αλλαγής από το κακό και την αμαρτία. Τώρα όμως είναι
δεκτικός της απαλλαγής από την αμαρτία και επανόδου στην προπτωτική
κατάσταση του.
Αυτά με λίγα λόγια ως προς την αμαρτία στην Παλαιά Διαθήκη.
Στη Κ. Διαθήκη σαφώς διαφαίνεται ο συμπληρωματικός χαρακτήρας αυτής. Οι
λόγοι του Κυρίου υπήρξαν σαφείς: «Μη νομίσετε ότι ήλθα για να καταλύσω και
ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωϋσέα ή την ηθική διδασκαλία των προφητών. Δεν
ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια».
Πράγματι, ο Χριστός και οι Μαθητές Του με την διδασκαλία τους και τα θαύματα
τους και γενικά τα έργα τους καταργήσανε όλες τις περί αμαρτίας ιδέες, που
ήσαν συνδεδεμένες με τους νόμους και τις τελετουργικές διατάξεις. Απαιτούν
μόνο την εκπλήρωση των ηθικών εντολών (Μάρκ. Γ 19).
Ο χαρακτήρας τής διδασκαλίας τής Κ. Διαθήκης περί αμαρτίας είναι αρνητικός
και θετικός. Αρνητικός διότι κατάργησε τις νουμηνίες, τα Σάββατα (Ματθ. ΙΒ'
8), τις βρώσεις και πόσεις (Ματθ. ΙΕ' 11, Κολ. Β' 16), τους ιερούς τόπους (Ιω.
Δ' 21), τις περιτομές και ακροβυστίες (Γαλ. Ε' 6, Κολ. Γ' 11, Α' Κορ. Ζ' 19,
Ρωμ. Γ' 1). Ο απ. Πέτρος με το δράμα που είδε στην Ιόππη κατάργησε τη
διάκριση καθαρών και ακάθαρτων (Πραξ. Γ 10 έξ.).
Ο δε απ. Παύλος κατάργησε την τήρηση των τύπων του νόμου (Γαλ. Β' 1 έξ., Κολ
Β' 16 και 20). Ο ίδιος όμως ο Παύλος εξαιτίας των ασθενών στην πίστη
συγκαταβαίνει στην τήρηση του νόμου (Α' Κορ. Η' 1 έξ., Πράξ. ΚΑ' 18 έξ.).
Ο θετικός χαρακτήρας της διδασκαλίας περί αμαρτίας έγκειται καταρχήν στο ότι
από την Καινή προϋποτίθεται κάθε διδασκαλία της Παλαιάς. Διότι για την
αμαρτία που περιγράφεται στη Κ. Διαθήκη ήλθε ο Υιός του Θεού στη γη (Α' Ίω.
Γ' 5) και σταυρώθηκε (Α' Κορ. ΙΕ' 3) και «Αυτός βάστασε ο ίδιος πάνω Του τις
αμαρτίες μας και πρόσφερε το σώμα Του θυσία γι’ αυτές στο σταυρό».
Ειδικότερα ως προς τη φύση της αμαρτίας η Κ. Διαθήκη δεν έχει κάποια
ιδιαίτερη διδασκαλία από την διδασκαλία τής Παλαιάς. Παρουσιάζεται βέβαια η
αμαρτία στη Κ. Διαθήκη πιο αυστηρή, διότι είναι ανάλογη με την ιδέα περί
Θεού, του Οποίου το θέλημα είναι ύψιστο αγαθό, το όποιο ερμηνεύεται ως
«αγάπη» προς τον Θεό και τον πλησίον (Ματθ. Ιθ' 18 έξ. στην παραβολή προς
Ματθ. Ε' 20).
Στην Καινή Διαθήκη σαφώς διαφαίνεται ότι «δι’ ενός ανθρώπου, του Αδάμ, μπήκε
σ’ όλο το ανθρώπινο γένος η αμαρτία».
Άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αμαρτίας κατά την Κ. Διαθήκη είναι τα
έξης: Η αμαρτία παρουσιάζεται κατ’ αυτήν ως δουλεία (Ίω. Η' 34) και δύναμη (Ρωμ.
Ζ' 17) και ακόμη ως απιστία στον Χριστό (Ρωμ. ΙΔ' 23).
Αλλά οτιδήποτε και αν είναι η αμαρτία και το εξ αυτής κακό, επέρχεται και
γι’ αυτήν διά του Ιησού Χριστού το τέλος, ο θάνατος αυτής (Ρωμ. ΣΤ' 11), το
οποίο αποτελεί σταθερό δίδαγμα της Κ. Διαθήκης.
Αρχιμ. Καλλίστρατος Ν.
Λυρακης
τ. Ιεροκήρυκας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
Πλήρης Κατάλογος
|