|

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- ΒΙΒΛΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ο ΙΑΚΩΒ ΚΑΙ Η
ΡΑΧΗΛ ΦΕΥΓΟΥΝ
Ο Ιακώβ
ξεκίνησε κρυφά, χωρίς να ειδοποιούσε το Λαβαν. Πέρασε το ποτάμι και
κατευθύνθηκε προς το βουνό Γαλαάδ. Την τρίτη μέρα, ο Λαβαν κατάλαβε ότι ο
Ιακώβ είχε φύγει. Πήρε ανθρώπους μαζί του και έψαχνε εφτά μέρες, για να τον
βρει. Τέλος, τον συνάντησε κοντά στο βουνό Γαλαάδ.
Αλλά ο θεός εμφανίστηκε στο Λαβαν, σε όνειρο, και του είπε:
"Πρόσεξε καλά να μη μιλήσεις άσχημα στον Ιακώβ".
Όταν συναντήθηκαν οι δυο τους, ο Λαβαν είπε στον Ιακώβ:
"Τι είναι αυτό που έκανες; Γιατί ξεκίνησες να φύγεις, χωρίς να με
ειδοποιήσεις και πήρες μαζί σου τις κόρες μου, σαν να ήταν αιχμάλωτες; Γιατί
να μη μου το πεις κι έτσι να σε ξεπροβοδίσω με τιμές και χαρές; Έτσι, δεν
αξιώθηκα να φιλήσω τα παιδιά μου και τις θυγατέρες μου. Δεν είναι σωστό αυτό
που έκανες. Είναι βέβαια στο χέρι μου να σε βλάψω, αλλά ο θεός σου μου
μίλησε χθες τη νύχτα και μου σύστησε να σου φερθώ καλά. Αλλά πες μου, μια
και γυρίζεις στο πατρικό σου σπίτι, τότε γιατί έκλεψες τα μικρά είδωλα που
είχα στο δικό μου;"
Ο Ιακώβ δεν ήξερε ότι η Ραχήλ ήταν εκείνη που τα πήρε μαζί της και
αποκρίθηκε: "Ψάξε στις σκηνές μου και ό,τι βρεις δικό σου πάρε το. Και αν
κάποιος σου 'κλεψε τα είδωλα, αυτός ας μη ζήσει".
Έτσι, ο Λαβαν έψαξε τη σκηνή του Ιακώβ και τις σκηνές των υπηρετών, αλλά δε
βρήκε τα είδωλα. Η Ραχήλ τα είχε κρύψει στο σαμάρι της καμήλας της και
καθόταν η ίδια πάνω του. Έψαξε και στη σκηνή της, αλλά ούτε εκεί υπήρχαν.
Τότε η Ραχήλ του είπε: "Με συγχωρείς που δε σηκώνομαι μπροστά σου, αλλά
είμαι σήμερα αδιάθετη".
Ύστερα ο Ιακώβ θύμωσε και μάλωσε το Λαβαν λέγοντας:
"Τι κακό λοιπόν σου έκανα φεύγοντας και με πήρες από πίσω κυνηγώντας με και
έψαξες όλα μου τα υπάρχοντα; Βρήκες τίποτε; Βάλε το ανάμεσα μας και οι
άνθρωποι μας ας μας κρίνουν. Είκοσι ολόκληρα χρόνια έμεινα μαζί σου και σε
τίποτε δε σ' έβλαψα. Σε δούλεψα δεκατέσσερα χρόνια για τις δυο θυγατέρες σου
και άλλα έξι. Αν δε φοβόσουν το θεό του πατέρα μου, το θεό του Αβραάμ και
του Ισαάκ, θα με άφηνες να φύγω με αδειανά χέρια".
Ο Λαβαν αποκρίθηκε τότε:
"Αυτά τα κορίτσια είναι δικά μου και αυτά τα παιδιά δικά μου είναι και αυτά
τα κοπάδια δικά μου επίσης. Ό,τι είναι γύρω σου, δικό μου είναι. Μπορώ
λοιπόν να κάνω τίποτα ενάντια στις θυγατέρες μου και στα παιδιά μου; Λοιπόν,
ας κάνουμε μια συμφωνία".
Η ειρήνη του θεού τους κυρίεψε και τους δυο. Δεν έβαζαν πια στο νου τους το
κακό ο ένας για τον άλλο. Δεν είχαν τώρα διάθεση να μαλώσουν. Τι θα κέρδιζαν
με την υποψία και το θυμό; Πραγματικά λοιπόν θα έπρεπε να κάνουν μια
συμφωνία και να μονιάσουν. Ο Ιακώβ σκέφτηκε για λίγες στιγμές. Ο νους του
ήταν πάντα ευκίνητος στο Καλό.
Και τέλος,
βρήκε τι έπρεπε να κάνουν.
|