|

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- ΒΙΒΛΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΤΟΥ
ΙΑΚΩΒ
Όταν
πέρασαν εφτά χρόνια, ο Ιακώβ είπε στο Λαβαν:
"Δώσ' μου τη γυναίκα μου, γιατί ξεπλήρωσα τη συμφωνία μας".
Ο Λαβαν ετοίμασε λαμπρό γάμο. Αλλά το ίδιο εκείνο βράδυ, ο Λαβαν, μέσα στο
μισοσκόταδο, έφερε τη Λεία στον Ιακώβ και αυτός την παντρεύτηκε νομίζοντας
ότι ήταν η Ραχήλ. Όταν ο Ιακώβ διαπίστωσε τι είχε συμβεί, είπε στο Λαβαν:
"Τι μου έκανες; Δε σε δούλεψε για τη Ραχήλ;"
Ο Λαβαν τότε του αποκρίθηκε:
"Στον τόπο μας δε θεωρείται σωστό να παντρεύουμε τη μικρότερη κόρη πριν απ'
τη μεγαλύτερη. Αν όμως μου υποσχεθείς ότι θα με δουλέψεις άλλα εφτά χρόνια,
θα σου δώσω και τη Ραχήλ για γυναίκα σου".
Έτσι, ο Ιακώβ πήρε και τη Ραχήλ για γυναίκα του, μια και κείνο τον καιρό
ήταν έθιμο να παντρεύονται οι άντρες περισσότερες από μια γυναίκες. Δούλεψε
λοιπόν στο Λαβαν εφτά ακόμα χρόνια. Και αγαπούσε τη Ραχήλ περισσότερο από τη
Λεία.
Η Ραχήλ ήταν στείρα και δεν έκανε παιδιά. Αντίθετα, η Λεία έδωσε στον Ιακώβ
αρκετά παιδιά. Ο θεός όμως λυπήθηκε τη Ραχήλ και την έκανε να γεννήσει
παιδί. Και αυτή ονόμασε το γιο της Ιωσήφ.
Αφού έμεινε ο Ιακώβ αρκετά χρόνια κοντά στο Λαβαν, έκανε μεγάλη περιουσία με
τον κόπο του. Είχε τώρα πολλά κοπάδια, υπηρέτες και υπηρέτριες, καμήλες και
όνους. Αλλά μια μέρα, άκουσε τους γιους του Λαβαν να λένε:
"Ο Ιακώβ πήρε όλο το βίος του πατέρα μας. Όλη του η περιουσία από τον πατέρα
μας προέρχεται".
Αυτό τον στενοχώρησε. Δεν ήταν αλήθεια. Ό,τι είχε αποκτήσει, το είχε
αποκτήσει με τον κόπο του, με τον ιδρώτα του.
Ο Ιακώβ παρατήρησε επίσης ότι η συμπεριφορά του Λαβαν απέναντι του δεν ήταν
η ίδια όπως και πριν. Και τότε ο θεός του είπε:
"Γύρνα πίσω στη χώρα των πατέρων σου, στην πατρίδα σου, και γω θα είμαι μαζί
σου".
Έτσι ο Ιακώβ φώναξε τη Ραχήλ και τη Λεία στην εξοχή, όπου έμενε με τα
κοπάδια του, και τους είπε:
"Ο πατέρας σας δε θέλει το καλό μου όπως άλλοτε. Αλλά ο θεός είναι μαζί μου.
Και δεν τον άφησε να μου κάνει κακό. Άγγελος Κυρίου μου μίλησε στ' όνειρο
μου και μου είπε: Σήκω και γύρισε στην πατρίδα σου".
Η Ραχήλ και η Λεία του αποκρίθηκαν και του είπαν:
"Κάνε ό,τι σε πρόσταξε ο θεός".
Έτσι ο Ιακώβ σηκώθηκε πήρε τις γυναίκες του, τα παιδιά του, τα κοπάδια του
και όλα τ' άλλα αγαθά του, για να γυρίσει στον Ισαάκ, τον πατέρα του, στη
χώρα της Χαναάν.
|