ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - ΒΙΒΛΟΣ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Η ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

 

Ιακώβ ξεκίνησε από τη Βεερσεβά και τράβηξε για τη Χαρράν. Μετά από αρκετή πορεία, έφτασε σ' έναν τόπο και αποφάσισε να κοιμηθεί εκεί, γιατί ο ήλιος έγερνε στη δύση του. Πήρε μια μεγάλη πέτρα και τη χρησιμοποίησε για μαξιλάρι, πέφτοντας να κοιμηθεί.


Στον ύπνο του λοιπόν, είδε ένα παράξενο όνειρο. Μια σκάλα, στηριγμένη· στη γη, έφτανε ως τον ουρανό και οι άγγελοι του θεού την ανεβοκατέβαιναν. Ο θεός, από την κορφή της σκάλας, είπε τότε στον Ιακώβ:
"Είμαι ο θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ. Τη γη όπου βρίσκεσαι, θα τη δώσω σε σένα και στους απογόνους σου. Οι απόγονοι σου θα είναι πολλοί σαν την άμμο της γης και θ' απλωθούν σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Μεσ' από σένα και απ' τους απογόνους σου, θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης. Να, εγώ είμαι μαζί σου και θα σε φυλάξω στο δρόμο που πήρες και θα σε γυρίσω πίσω στη γη τούτη, γιατί δεν πρόκειται να σε παρατήσω, ωσότου πραγματοποιηθούν όλα όσα σου υποσχέθηκα".


Ξύπνησε τότε ο Ιακώβ, σηκώθηκε και είπε:
"Εδώ λοιπόν είναι ο θεός κι εγώ δεν το 'ξερα";


Τον είχε πιάσει μεγάλος φόβος και πρόσθεσε:
"Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός!"


Νωρίς το πρωί, ο Ιακώβ σηκώθηκε, πήρε την πέτρα που είχε χρησιμοποιήσει για μαξιλάρι, την έστησε όρθια και έχυσε λάδι στην κορφή της. Ύστερα, ονόμασε εκείνο τον τόπο Βαιθήλ, δηλαδή Σπίτι του θεού.


Κατόπι, ο Ιακώβ έκανε ένα τάμα, λέγοντας:
"Αν ο θεός σταθεί στο πλευρό μου και με φυλάξει στο ταξίδι μου αυτό, προνοώντας για την τροφή και το ντύσιμο μου, σαν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι ειρηνικά, θα τον έχω και δικό μου θεό. Αυτό το λιθάρι που έστησα εδώ θα είναι βωμός του θεού. Και από όλα όσα θα μου δώσεις, Κύριε, θα προσφέρω το ένα δέκατο σε σένα".

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ