|

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- ΒΙΒΛΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΛΑΒΑΝ, Ο ΑΔΕΡΦΟΣ
ΤΗΣ ΡΕΒΕΚΚΑΣ
Η Ρεβέκκα
είχε έναν αδερφό, που τον έλεγαν Λαβαν. Όταν είδε αυτός τα σκουλαρίκια και
τα βραχιόλια στα χέρια της αδερφής του και άκουσε την αφήγηση της, έτρεξε
και βρήκε τον υπηρέτη του Αβραάμ, που στεκόταν με τις καμήλες του πλάι στο
πηγάδι.
Σαν έφτασε λοιπόν κοντά του, του είπε:
"Έλα στο σπίτι μας, άνθρωπε ευλογημένε από τον Κύριο. Γιατί στέκεσαι εδώ
στην ερημιά; Σου ετοίμασα δωμάτιο στο σπίτι και τόπο, για να μείνουν οι
καμήλες σου".
Έτσι ο υπηρέτης του Αβραάμ ακολούθησε τον Λαβαν στο σπίτι και ο αδερφός της
Ρεβέκκας έβγαλε τα σαμάρια από τις καμήλες και τους έβαλε άχυρα να φάνε.
Έφερε επίσης νερό, για να πλύνει ο ξένος τα πόδια του και έστρωσε τραπέζι,
για να φάνε εκείνος και οι άνθρωποι της συνοδείας του.
Αλλά ο υπηρέτης του Αβραάμ είπε:
"Δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, πριν σας πω ό,τι έχω να πω".
"Σ' ακούω", του είπε ο Λαβαν.
Ο ξένος τότε είπε:
"Είμαι υπηρέτης του Αβραάμ. Ο θεός ευλόγησε τον αφέντη μου πολύ και έγινε
μεγάλος και τρανός. Ο θεός του έδωσε πρόβατα και μοσχάρια και ασήμι και
χρυσάφι και δούλους και δούλες, καμήλες και όνους. Και η Σάρα, η γυναίκα του
κυρίου μου, γέννησε στα γερατειά της ένα γιο και κείνος αφήνει στο παιδί όλα
τα υπάρχοντα του".
Ύστερα ο υπηρέτης διηγήθηκε πως ο Αβραάμ τον έστειλε να βρει γυναίκα για το
γιο του, τον Ισαάκ, και πως ο θεός έκανε να συναντήσει τη Ρεβέκκα. Και
κατάληξε:
"Αν λοιπόν θέλετε να καλοκαρδίσετε τον κύριο μου, να μου το πείτε. Αλλιώς,
θα γυρίσω πίσω άπρακτος".
Τότε ο Λαβαν και ο Βαθουήλ του αποκρίθηκαν και του είπαν:
"Είναι θέλημα του θεού. Δε μπορούμε λοιπόν ν' αρνηθούμε. Να η Ρεβέκκα,
μπροστά σου. Πάρε την και γύρνα πίσω και ας γίνει γυναίκα του γιου του
κυρίου σου, όπως το θέλησε ο θεός".
Μόλις ο υπηρέτης του Αβραάμ άκουσε την απόκριση τους, έπεσε και προσκύνησε
το θεό. Ύστερα, έβγαλε διάφορα σκεύη ασημένια και χρυσά, καθώς και ρουχισμό,
και τα πρόσφερε στη Ρεβέκκα. Επίσης πρόσφερε πολύτιμα δώρα στον αδερφό της
και στη μητέρα της.
Ύστερα έφαγαν και ήπιαν χαρούμενοι. Αφού κοιμήθηκαν, ο υπηρέτης του Αβραάμ
σηκώθηκε και τους είπε:
"Και τώρα, σας παρακαλώ, αφήστε με να γυρίσω στον κύριο μου".
Αλλά ο αδερφός και η μητέρα της Ρεβέκκας του είπαν:
"Ας μείνει το κορίτσι μαζί μας λίγες μέρες, τουλάχιστο δέκα. Ύστερα θα έρθει
μαζί σου".
"Μη με καθυστερείτε, τους αποκρίθηκε κείνος. "Ο θεός μου άνοιξε το δρόμο.
Αφήστε με λοιπόν να γυρίσω στον αφέντη μου".
Εκείνοι σκέφτηκαν λιγάκι και ύστερα του είπαν:
"θα φωνάξουμε το κορίτσι και θα το ρωτήσουμε".
Πραγματικά, κάλεσαν τη Ρεβέκκα και τη ρώτησαν:
"θέλεις να πας με τον άνθρωπο αυτόν ή δε θέλεις;"
"θέλω", είπε εκείνη.
Έτσι, ξεπροβόδισαν το κορίτσι τους και τις υπηρέτριες της, μαζί με τον
υπηρέτη του Αβραάμ και τους ανθρώπους του.
Ήταν δειλινό. Ο Ισαάκ έκανε περίπατο στην εξοχή, που βρισκόταν στις ομορφιές
της. Ένα ελαφρό αεράκι έκανε να κυματίζουν τα στάχυα. Ο ουρανός είχε το
χρώμα της πασχαλιάς.
Σε μια στιγμή, ο Ισαάκ είδε να έρχεται μια σειρά από καμήλες. Παραξενεύτηκε.
Ποιοι να ήταν αυτοί οι ταξιδιώτες;
Από πού έρχονταν και πού πήγαιναν; Ήταν το μικρό καραβάνι του υπηρέτη του,
που έφερνε τη νύφη.
Λίγο
αργότερα είδε και η Ρεβέκκα τον Ισαάκ. Έσκυψε από την καμήλα της και ρώτησε
τον υπηρέτη:
"Ποιος είναι αυτός ο νέος εκεί κάτω;"
"Είναι ο γιος του αφεντικού μου", αποκρίθηκε ο υπηρέτης.
Η κοπέλα πήρε μια μαντήλα και σκέπασε το κεφάλι της. Όταν έγινε η συνάντηση,
ο υπηρέτης διηγήθηκε στον Ισαάκ ό,τι είχε συμβεί. Κατόπι το παλικάρι πήρε τη
νύφη και την έφερε στη σκηνή της Σάρας, της μητέρας του. Η Ρεβέκκα έγινε
γυναίκα του και κείνος την αγαπούσε μ' όλη την καρδιά του.
|