ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - ΒΙΒΛΟΣ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

Με το πέρασμα του χρόνου, ο Αβραάμ έγινε πια πολύ γέρος, αλλά πάντα ο θεός φώτιζε το νου του.

Μια μέρα, ο Αβραάμ φώναξε κοντά του τον πιο ηλικιωμένο υπηρέτη του σπιτιού του που διαχειριζόταν όλα τα αγαθά του, και του είπε:
"Δώσ' μου το χέρι σου. Σ' εξορκίζω στο όνομα του αληθινού θεού, να μη διαλέξεις γυναίκα για το γιο μου ανάμεσα στις θυγατέρες των Χαναναίων. Αλλά θα πας στη μακρινή μου πατρίδα, απ' όπου ξεκίνησα, και κει θα διαλέξεις τη γυναίκα που θα πάρει ο Ισαάκ".
"Και αν η γυναίκα αυτή", παρατήρησε ο υπηρέτης, "δε θελήσει να με ακολουθήσει σε τούτη εδώ τη χώρα; Μήπως τότε θα πρέπει να πάρω το γιο σου στη χώρα από όπου ξεκίνησες;"


Ο Αβραάμ τότε του αποκρίθηκε:
"Έχε το νου σου να μην το κάνεις αυτό. Ο θεός, που με πήρε από το πατρικό μου σπίτι και από τη χώρα του λαού μου, έκανε συμφωνία μαζί μου και μου είπε: στα παιδιά σου θα δώσω αυτήν εδώ τη χώρα. θα στείλει τον άγγελο του μπροστά σου και συ θα βρεις εκεί γυναίκα για το γιο μου. Αν αυτή δε θελήσει να σε ακολουθήσει, θα είσαι ελεύθερος να γυρίσεις πίσω. Μονάχα το γιο μου να μην τον πας εκεί".


Ο υπηρέτης τότε έδωσε το χέρι του στον Αβραάμ και ορκίστηκε να κάνει κατά πως του είπε ο αφέντης του.


Ήταν και αυτός άνθρωπος καλός και ενάρετος, όπως και ο Αβραάμ.


Το μόνο που ήθελε πάντα ήταν πως να ευχαριστεί τον κύριο του και να μην τον πικραίνει.

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ