ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - ΒΙΒΛΟΣ

ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ


Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

 

Ο θεός είπε στο Νώε:
"Έμπα στην κιβωτό μαζί με τους δικούς σου. Μετά από μια βδομάδα θα ρίξω βροχή πάνω στη γη, που θα διαρκέσει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κάθε ζωντανή ύπαρξη που έφτιαξα, θα την εξαφανίσω από το πρόσωπο της γης"

Ο Νώε έκαμε ό,τι τον πρόσταξε ο Κύριος. Μπήκε στην κιβωτό μαζί με τους γιους του Σημ, Χαμ και Ιάφεθ, με τη γυναίκα του και με τις γυναίκες των παιδιών του. Πουλιά και ζώα απ' όλα τα είδη ήρθαν στο Νώε και κείνος τα έβαλε μέσα στην κιβωτό, δυο-δυο, αρσενικό και θηλυκό, όπως ο θεός είχε προστάξει.

Όταν βρέθηκαν όλοι μέσα, άνοιξαν οι ουρανοί και άρχισε να βρέχει ραγδαία. Η βροχή αυτή βάσταξε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες και η κιβωτός έπλεε πάνω στα νερά.

Τα νερά, από ώρα σε ώρα, ανέβαιναν διαρκώς ψηλότερα, σκέπασαν τα σπίτια, τους λόφους, ακόμα και τα πιο ψηλά βουνά. Όλη η οικουμένη βρέθηκε στο βυθό τους.

Η γη είχε μεταβληθεί σε θάλασσα. Στεριά δε φαινόταν πουθενά. Το νερό τ' ουρανού εξακολουθούσε να πέφτει αδιάκοπα, μέρα και νύχτα. Ήταν ένα νερό που φαινόταν ατέλειωτο. Ό,τι είχε πει ο θεός, το έκανε.

Κάθε ζωντανή ύπαρξη βρήκε το θάνατο: πουλιά, ζώα, αγρίμια, ερπετά και όλοι οι άνθρωποι.

Οι προσπάθειες τους να σωθούν ανεβαίνοντας στα υψώματα της γης πήγαν χαμένες. Τα νερά τους έφταναν και τους έπνιγαν. Κανένα ζωντανό πλάσμα δεν μπορούσε να ξεφύγει το θάνατο. Μονάχα ο Νώε και όσοι ήταν μαζί του σώθηκαν από τον κατακλυσμό.


Και όταν την τελευταία μέρα, σταμάτησε ο κατακλυσμός, ο θεός τους θυμήθηκε με αγάπη.

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ