ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΠΑΤΡΩΝ

ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΑΡΙΩΤΗΣ

Πλούσιοι - Βασιλεία του Θεού


Κυριακή 25-11-1984



Εκ του κατά Λουκάν Αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα πρόσχομεν.

Τω καιρώ εκείνο άνθρωπος τις προσήλθε τω Ιησού πειράζων Αυτόν και λέγων:
Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς. Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μη εις ο Θεός. Τας εντολάς οίδας. Μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μη κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δε είπε. Ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ. Ετι εν σοι λείπει. Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρον ακολούθει μοι. Ο δε ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο. Ην γαρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δε αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον είπε. Πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλεία του Θεού! Ευκοπώτερον γαρ έστι κάμηλον δια τριμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιος εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δε οι ακούσαντες. Και τίς δύναται σωθήναι; Ο δε είπε. Τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν.

Ερμηνεία:
Και κάποιος άρχοντας τον επερώτησε λέγοντας: «Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω, για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;» Του είπε τότε ο Ιησούς: «Τι με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: Μη μοιχέψεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Εκείνος είπε: «Αυτά όλα τα φύλαξα από τη νεότητά μου». Όταν το άκουσε τότε ο Ιησούς, του είπε: «Ακόμα ένα σου λείπει: Πούλησε όλα όσα έχεις και διαμοίρασέ τα σε φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς, και έλα ακολούθα με». Εκείνος, όταν άκουσε αυτά, έγινε περίλυπος• γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος.

Όταν ο Ιησούς τότε τον είδε, που έγινε περίλυπος, είπε: «Πόσο δύσκολα εκείνοι που έχουν τα χρήματα μπαίνουν στη βασιλεία του Θεού! Γιατί είναι ευκολότερο μια καμήλα να εισέλθει από τρύπα βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού». Είπαν τότε όσοι άκουσαν: «Και ποιος δύναται να σωθεί;» Εκείνος είπε: «Τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για το Θεό».



«Και ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο, ην γαρ πλούσιος σφόδρα.»
Προ ημερών καμιά δεκαριά μέρες πάνε, μάλιστα την ημέρα της εορτής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είχαμε πάει επάνω στο μοναστήρι, το γνωστό σας πλέον μοναστήρι, των αγίων Θεοδώρων, όπου έγινε η κουρά δύο νέων μοναχών που ήρθαν εκεί στο μοναστήρι σαν δόκιμοι. Η μέρα όπως ξέρετε ήταν πάρα πολύ άσχημη, η βροχή ήτανε συνεχής, και η πορεία προς τα εκεί μετά την Θεία λειτουργία εδώ, διότι λειτουργήσαμε εδώ, δεν θέλαμε να αφήσουμε τον ναό χωρίς λειτουργία, στις επτάμισυ, ήτανε θα έλεγε κανείς δραματική. Ιδίως τα τρία τελευταία χιλιόμετρα όπου είναι βουνό και χωματόδρομος και έβρεχε συνεχώς, και λάσπη, πολλές ήταν οι περιπέτειες, δεν έχω σκοπό αυτά να περιγράψω, ήταν αρκετοί εδώ μέσα που πήγανε στην κουρά, και μπορείτε στο τέλος μετά την θεία λειτουργία να τα πληροφορηθείτε. Πολλά και δραματικά. Εν πάσει περίπτωση φτάσαμε επάνω και αποζημιωθήκαμε φυσικά απ’ την κουρά των νέων αυτών κοριτσιών που προσέφεραν τον εαυτόν τους στον Χριστό και στην εκκλησία, και ξεχάσαμε όλους τους κόπους.

Τώρα θα πείτε γιατί το είπα αυτό; Πρώτα βέβαια το είπα γιατί τα παιδιά, οι κοπέλες που έγιναν μοναχές, έχουν σχέση με τον ναό μας, είναι πνευματικά θρέμματα αυτού εδώ του ναού από πολλά χρόνια εδώ, εγαλουχήθησαν πνευματικά, και έτσι ο ναός μας δίνει και νέο αίμα στο μοναχισμό, η μονή αυτή, το μοναστηράκι αυτό το μετόχι αυτό δίνει. Αυτό είναι το πρώτο. Κυρίως όμως δεν το είπα γι’ αυτό. Το είπα γιατί το σημερινό Ευαγγέλιο είναι εκείνο το οποίο οφείλει η εκκλησία μας στο μοναχισμό. Από δω ξεκίνησε, απ’ αυτήν την περικοπή που ακούσαμε ξεκίνησε ο μοναχισμός, και θέριεψε και έγινε όπως τον γνωρίζουμε σήμερα και όπως ευχόμεθα να γίνει και στο μέλλον, για να μεταβληθούν οι πόλεις μας, σε ορθόδοξες πόλεις αν στεφανωθούν γύρω-γύρω με μοναστήρια όπως τα παλιά τα χρόνια. Ξεκίνησε λέω από αυτό το Ευαγγέλιο. Συνεπώς σήμερα η εκκλησία μας γιορτάζει τα γενέθλια του μοναχισμού της. Πριν από αυτό που θα πω στην συνέχεια, δεν υπήρχε μοναχισμός. Ήτανε στο τέλος της εποχής των διωγμών.

Κάποιος νέος άκουσε τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου. Και μάλιστα τι συνέβη με τον νέον του Ευαγγελίου, ο οποίος ενώ εκλήθη από τον Χριστό εις την αγγελική πολιτεία, εις την αγγελική ζωή να τον ακολουθήσει, παρ’ όλον ότι ήτανε τέλειος και παρ’ όλο ότι το ήθελε, δεν μπόρεσε, «ην γαρ πλούσιος σφόδρα». Αυτό είναι το δικαιολογητικό που δίνει. Όμως ο πλούτος δεν είναι εμπόδιο για την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο πλούτος είναι κακός. Η απόκτηση η μή σωστή του πλούτου είναι κακή, και η κακή διαχείριση του πλούτου τον κάνει κακό. Αν ο πλούτος ήταν κακός λέγει ένας απ’ τους πατέρες, δεν θα μας έστελλε εις τες αγκαλιές, τους κόλπους ενός πολύ πλούσιου του Αβραάμ, που είχε τρακόσους δεκαοκτώ υπηρέτες εκτός απ’ τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Αλλά όμως ένας που καλείτε στον μοναχισμό, ένας που καλείται στην αγγελική πολιτεία, που καλείται να ακολουθήσει τον Χριστόν, δεν μπορεί να είναι καλός διαχειριστής του πλούτου. Διότι ο πλούτος, τότε είναι καλός, όταν αυτός που τον έχει, θεωρεί τον εαυτόν του διαχειριστή των χρημάτων και των κτημάτων του Θεού και όχι ιδιοκτήτης. Και ένας μοναχός δεν μπορεί να είναι καλός διαχειριστής χρημάτων και κτημάτων. Γι’ αυτό και ο Χριστός μας ζήτησε να τα πουλήσει και να τα δώσει στους φτωχούς. Δεν το έκανε εκείνος.

Και τώρα στο θέμα. Πώς ξεκίνησε από αυτό το Ευαγγέλιο ο μοναχισμός.
Διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, όταν οι διωγμοί ήταν προς το τέλος τους του Μαξεντίου και του Μαξιμιανού, τότε σ’ αυτήν την εποχή, εποχή που μαρτύρησε και η σήμερα εορταζόμενη μεγαλομάρτυς και πάνσεβος Αικατερίνη, ένας νέος σαν και αυτόν του Ευαγγελίου, αλλά διακόσια πενήντα χρόνια αργότερα, έτυχε να ακούσει αυτήν την περικοπή. Η περικοπή αυτή άλλαξε την ζωή του και παρ’ όλο ότι ήταν πλούσιος σφόδρα, λέγει ο βιογράφος του και βιογράφος είναι ο Μέγας Αθανάσιος, «τρακόσιε άρουραι παν οι εύφοροι και καλάι» Δηλαδή τρακόσα μεγάλα υποστατικά, τριακόσιες φάρμες θα λέγαμε, πολύ εύφορες, άρουρες(να οργώνονται και να καλλιεργούνται), ήταν η περιουσία του. Όταν λοιπόν άκουσε αυτό και τι έπαθε αυτός ο νέος; Είπε :
-Βρε τον κουτό λέει. Δεν του έκανε αυτό και να πάει στον Χριστό. Θα το κάμω εγώ.
Και αποφάσισε να δώσει αυτός την πελώρια περιουσία του, να την μοιράσει στους φτωχούς και κράτησε μερικά για τον εαυτόν του, τα απολύτως απαραίτητα, να έχει το ψωμί του δηλαδή για την αδελφή του που ήτανε μικρότερη, να ζήσουν λυτά τα υπόλοιπα της ζωής τους. Δηλαδή πολύ λίγα μέσα στην πελώρια αυτή περιουσία. Όταν όμως σε μια άλλη Κυριακή άκουσε το άλλο Ευαγγέλιο του Ματθαίου που λέει: «Μή μεριμνάτε για την αύριο. Η γαρ αύριο μεριμνήσει τας εαυτοίς», τότε έδωσε και τα υπόλοιπα χρήματα που είχε κρατήσει γιατί δεν είχε και πολλά χρήματα, έβαλε την αδελφή του σε ένα παρθενώνα και έγινε ο τελείως ακτήμων. Ξέρετε για ποιόν μιλάω, το καταλάβατε. Είναι ο μέγας Αντώνιος, ο πατέρας, ο καθηγητής της ερήμου, ο πατήρ του μοναχισμού. Εάν είχε κρατήσει τα χρήματά του σαν τον άλλο τον πλούσιο, θα ήταν περίλυπος και ήμασταν και εμείς, θα μαθαίναμε ότι κάποιος πήγε χαμένος από τα χρήματα. Ο Αντώνιος όμως δεν φέρθηκε έτσι. φέρθηκε έξυπνα. Κατάλαβε ότι για να ακολουθήσει τον Χριστό, δεν μπορούσε να ήταν καλός διαχειριστής των χρημάτων και έπρεπε να φύγουν απ’ αυτόν και φύγανε απ’ αυτόν. Και τι έγινε; Εκείνο που έγινε με τον Αντώνιο αγαπητοί, γι’ αυτό λέω από αυτό το Ευαγγέλιο αυτό που είπε για τον πλούσιο ξεκίνησε ο μοναχισμός. Πριν απ’ τον Αντώνιο μοναχισμός δεν υπήρχε όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, δεν ήταν δυνατό να υπάρχει. Γιατί ήταν οι διωγμοί και δεν είχαν τελειώσει ακόμα. Αλλά μετά τον Αντώνιο που είναι ο καθηγητής της ερήμου θέριεψε αυτό το δέντρο γι’ αυτό και λέγεται και πατέρας των ασκητών και του μοναχισμού. Το τι έγινε με τον Αντώνιο βέβαια είναι καταπληκτικό όπως μας περιγράφει και ο βιογράφος του, επαναλαμβάνω βιογράφος του Μεγάλου Αντωνίου είναι ο Μέγας Αθανάσιος, αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, διότι στην Αλεξάνδρεια έγιναν αυτά, τόσο του Αντωνίου όσο και της Αικατερίνης και αυτοί στην Αλεξάνδρεια μαρτύρησαν δηλαδή. Θα δούμε τι σχέση υπάρχει μεταξύ τους. Είναι σύγχρονοι και απ’ την ίδια πόλη. Το τι έγινε με τον Αντώνιο λέει ο βιογράφος του είναι καταπληκτικό. Μόλις έδωσε τα χρήματα επειδή δεν υπήρχαν μοναστήρια και μοναχισμός, άρχισε να ασκείται στην αυλή του σπιτιού του. Όταν είδε ότι εκεί δεν μπορούσε γιατί γύρω μαζευόντουσαν οι περίεργοι, βγήκε έξω στα χωράφια και όταν είδε ότι και εκεί δεν μπορούσε, πήγε στο νεκροταφείο και βρήκε ένα μνήμα από κείνα τα μνήματα που φτιάχνουνε, σαν σπιτάκια που ξέρουμε και σήμερα ακόμα, και μπήκε μέσα στο μνήμα εκεί και ασκήτευε μέσα στα μνήματα και ασκήτευε με επίθεση του διαβόλου. Διότι τότε τα μνήματα ήταν ειδωλολατρικά και οι νεκροί ήταν ειδωλολάτρες. Και τα δαιμόνια είχαν κατοικητήρια τα μνήματα, δεν είναι όπως τα κοιμητήρια τα σημερινά τα δικά μας. Εκεί πάλεψε με τους δαίμονες αλλά και εκεί ακόμα τον επισκέπτοντο και έφυγε και πήγε στην έρημο σε ένα παλιό φρούριο σε μια σπηλιά, όπου απαγόρευσε να πηγαίνουν να τον βλέπουνε και μόνο σε ένα δικό του επέτρεπε κάθε έξι μήνες μια φορά να πηγαίνει να του παίρνει ψωμί για όλους αυτούς τους έξι μήνες για να ζήσει. Είκοσι χρόνια έμεινε να ασκείται ο Αντώνιος μέσα σ’ αυτό το σπήλαιο και ύστερα απ’ τα είκοσι χρόνια που πάλεψε και έβαλε και τον διάβολο στο μπουκάλι, εμείς μόνο αυτό ξέρουμε, γιατί εμείς είμαστε το αντίθετο. Μας βάζει εμάς ο διάβολος στο μπουκάλι και παρακαλάμε τον άγιο να μας βγάλει. Αυτό ξέρουμε μονάχα, δεν ξέρουμε τους αγώνες του Είκοσι είχε να δει άνθρωπο κάθε έξι μήνες και έβλεπε έναν, βγήκε, κατέβηκε διότι ήτανε διωγμοί στην πόλη, στην έρημο να ασκητέψει. Και δεχόταν κόσμο και τότε έγινε το καταπληκτικό. Κατά χιλιάδες οι Αλεξανδρείς να βαίνουν πρός την έρημο να δουν τον Αντώνιο, τον πρώτο μοναχό, ο οποίος έκτισε και την Λαύρα με χιλιάδες μοναχούς που τον ακολουθούσαν.

Είναι η αρχή του ασκητισμού και του ορθόδοξου μοναχισμού. Γι’ αυτό ξεκίνησα με εκείνο το περιστατικό το σύγχρονο αγαπητοί. Έγινε όπως λέμε ο πολίτης της ερήμου. Δηλαδή μετέτρεψε την έρημο σε πόλη. Σε πόλη με την πραγματική έννοια του όρου. Την αρχαία Ελληνική πόλη που είχε την γερουσία της, που είχε την αγορά της, που εγνωρίζοντο. Όχι τις σημερινές πόλεις. Σήμερα δεν ζούμε σε πόλεις αγαπητοί. Οι πόλεις οι λεγόμενες οι σημερινές είναι συναγελάσματα ανθρώπων αδιάφορων ψυχρών που μισεί ο ένας τον άλλο, αν τον γνωρίζει κιόλας, που κοιτάει ο ένας πως θα εκμεταλλευτεί τον άλλο για να του βγάλει το μάτι, ο θάνατος σου η ζωή μου, δεν αυτό πόλη αγαπητοί. Ποληστής της ερήμου. Έγινε η έρημος πόλη. Και τι γινόταν εκεί; Ας το ακούσουμε όπως μας το λέει ο Μέγας Αθανάσιος, το εξής καταπληκτικό στις πόλεις αυτές της ερήμου. «ήτο οιωνοί δοθείς ως ιατρός εις την Αίγυπτο» Σαν να έχει στείλει ένα γιατρό στην Αίγυπτο ο Θεός. Διότι «τι λυπούμενος ήρχετο προς αυτόν και δεν επέστρεφε χαίρων; Και τις ήρχετο θρηνών δια του και δεν απέρχετο το πένθος» Να γυρίσει αλαφρωμένος, να γυρίσει χαρούμενος προς την Αλεξάνδρεια. Τις ήρχετο οργισμένος και δεν έφευγε φίλος. Τις ήρχετο βασανισμένος και δεν άπαικτα την γαλήνη του ακόμα και την σωματική υγεία με τα θαύματα που έκανε. Αυτό είναι η πόλη αγαπητοί. Πόλεις χρειαζόμαστε ορθόδοξες, που να έχουνε σημεία ευλογίας, που να φεύγουμε κουρασμένοι και να γυρίζουμε ξεκούραστοι, που να φεύγουμε λυπημένοι και να γυρίζουμε χαίροντες,που να φεύγουμε πενθούντες και να γυρίζουμε παραμυθούμενοι και παρηγορημένοι, που να φεύγει εκείνος που να μην έχει ψωμί να φάει και να φεύγει χορτασμένος, που να φεύγει ο γυμνός και να βρίσκει ρούχο να ρίξει απάνω του. Αυτό χρειάζεται, αυτή είναι η ορθόδοξη πόλη. Αυτό θέλουμε. Ας τα ακούσουν αυτά εκείνοι που τα έχουν βάλει με τον μοναχισμό. Που κάνουνε φτηνό πνεύμα που τους λένε του μοναχούς ακοινώνητους, που τους λένε ακαμάδες, που τους λένε απόκοσμους και είναι οι μόνοι έξω από τον κόσμο αλλά του κόσμου άνθρωποι που πάει ο κόσμο να βρει και την κοινωνία και την αγάπη και την στοργή, ας το ακούσουν αυτό, και ας ευχηθούμε αγαπητοί μου στον Κύριο, να ξαναγίνει η ορθόδοξη πόλη όπως ήταν παλαιά. Στεφανωμένη γύρω από μονές ορθόδοξες, από μοναστήρια. Που τα ορφανά να βγαίνουν και να βρίσκουν μητέρες και πατέρες, που όπως είπαμε οι λυπημένοι να βρίσκουν χαρά, να βρίσκουν ανακούφιση, να βρούμε τον εαυτόν μας, να φύγουμε απ’ την αλλοτριώσει. Αν ήταν δυνατό να ήταν γύρω από τις ορθόδοξες πόλεις μοναστήρια θα είχε λυθεί το πρόβλημα. Θα είχαμε ξαναγίνει άνθρωποι αγαπητοί. Αυτό είναι μοναχισμός. Αυτό είναι το μοναστήρι.

Ας ευχηθούμε λοιπόν εις τον Κύριο δια πρεσβειών του Αντωνίου του Μεγάλου, του πρώτου καθηγητού της ερήμου και ασκητού και της αγίας μεγαλομάρτυρας Αικατερίνης της οποίας εορτάζουμε σήμερα και η οποία επαναλαμβάνω ήτανε σύγχρονος του Μεγάλου Αντωνίου. Όταν στο διωγμό αυτή μαρτύρησε ο Αντώνιος είχε φύγει απ’ την έρημο πενήντα ετών περίπου και κατέβηκε μέσα στην φωτιά να εμψυχώνει τα πλήθη της Αλεξανδρείας. Είναι βέβαιο αγαπητοί ότι εάν δεν σταματούσε την Αικατερίνη ο θάνατος από το μαρτύριο, οπωσδήποτε θα είχε μιμηθεί τον Αντώνιο και θα ήτανε η πρώτη ασκήτρια και μοναχή της ερήμου. Αλλά ο Κύριος άλλως ηθέλησε. Ας ευχηθούμε λοιπόν στον Χριστό μας με τις πρεσβείες και του Αγίου Αντωνίου και της αγίας Αικατερίνης να στεφανώσει τις πόλεις μας με μοναστήρια και έτσι να μπορέσουμε να ζήσουμε ορθόδοξα και ευτυχισμένα σ’ αυτή τη ζωή και στην μέλλουσα. Αμήν.
 


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πατρός Νικολάου Φαναριώτη
25-11-1984


 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ