|
|
Αρχ. Σωφρονίου: Ο
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, (σελ. 297-300)
Η καθ’ ημέραν πείρα βεβαιοί ημάς ότι εισέτι και άνθρωποι αποδεχόμενοι εκ ψυχής
την εντολήν του Χριστού περί αγάπης προς τους εχθρούς δεν πραγματοποιούν αυτήν
εν τη ζωή. Δια τι; Κυρίως διότι είναι αδύνατον να αγαπώμεν τους εχθρούς άνευ της
χάριτος. Εάν όμως οι άνθρωποι, αντιλαμβανόμενοι ότι τούτο υπερβαίνει τας φυσικάς
αυτών δυνάμεις, εζήτουν, ως λέγει ο Γέρων, παρά του Θεού την βοήθειαν της
χάριτος, τότε αναμφιβόλως θα ελάμβανον το δώρον τούτο.
Δυστυχώς κυριαρχεί το αντίθετον φαινόμενον, τουτέστιν ουχί μόνον οι άπιστοι,
αλλά και οι ομολογούντες εαυτούς χριστιανούς, φοβούνται να ενεργούν κατά την
εντολήν του Χριστού περί της αγάπης προς τους εχθρούς. Υποθέτουν ότι τούτο είναι
επωφελές μόνον δια τους εχθρούς. Οι εχθροί, οίτινες δια του μέλανος πρίσματος
του μίσους παρουσιάζονται συνήθως ως μη έχοντες εν εαυτοίς ουδέν καλόν, θα
επωφεληθούν, ως νομίζουν, της «αδυναμίας» αυτών και θα απαντήσουν εις την αγάπην
δια μίσους και εκβιασμού, και τότε θα θριαμβεύση το κακόν, προσωποποίησις του
οποίου, εν γένει, είναι ο εχθρός.
Η σκέψις περί «αδυναμίας» του Χριστιανοσμού είναι βαθέως εσφαλμένη. Οι άγιοι
κατέχουν δύναμιν αρκετήν δια να κυριαρχούν επί των ανθρώπων, επί των μαζών, αλλά
πορεύονται την αντίθετον οδόν: Υποδουλούνται εις τον αδελφόν, και ούτως αποκτούν
δι’ εαυτούς τοιαύτην αγάπην, ήτις κατά την ουσίαν αυτής είναι άφθαρτος, Επ’
αυτής της οδού νικούν νίκην, ήτις μένει εις τους αιώνας, ενώ η δια της βίας νίκη
ουδέποτε είναι σταθερά, και κατά το είδος αυτής αποτελεί μάλλον όνειδος της
ανθρωπότητος παρά δόξαν αυτής.
(...)
Η οδός του Γέροντος είναι η οδός των αγίων, η υποδειχθείσα υπ’ αυτού του
Χριστού. Αλλ’ ο κόσμος, εν τω συνόλω αυτού, δεν παρέλαβεν αυτήν. Αγωνιζόμενοι
κατά του φυσικώς εμφανιζομένου κακού οι άνθρωποι καταφεύγουν εις την φυσικήν
δύναμιν, Την οδόν ταύτην ηκολούθησαν πολλάκις και χριστιανοί. Εν τη Δυτική
Εκκλησία κατά τον μεσαίωνα η φυσική πάλη μετά του κακού έλαβε δογματικήν
δικαίωσιν, την οποίαν και μέχρι του νυν δεν απέρριψε. Τότε αυτό ελάμβανε την
μορφήν «Ιεράς Εξετάσεως», νυν δε προσλαμβάνει άλλας μορφάς, αίτινες εν τούτοις
κατά την πνευματικήν αυτών ουσίαν αποτελούν το αυτό φαινόμενον. Εν τη ιστορία
της Ορθοδόξου Εκκλησίας –και της αρχαίας και της νέας άχρι των ημερών ημών-
είναι ωσαύτως γνωσταί περιπτώσεις τάσεως προς την ιδέαν της φυσικής πάλης μετά
του κακού, αλλ’ ευτυχώς αύται περιορίζονται εις μεμονωμένας περιπτώσεις ιεραρχών
ή εκκλησιαστικών ομάδων. Αυτή άυτη η εκκλησία όμως ουχί μόνον δεν ηυλόγησε και
δεν εδικαίωσεν δογματικώς αυτά τα μέσα, αλλά πάντοτε επορεύετο οδόν ακολουθούσαν
τον Εσταυρωμένον Χριστόν, τον αίροντα επ’ αυτού το βάρος του κόσμου.
Είχεν ο Γέρων βαθείαν συνείδησιν ότι το κακόν νικάται πραγματικώς μόνον εν τω
αγαθώ, ότι ο δια της φυσικής ισχύος αγών οδηγεί απλώς εις την αντικατάστασιν της
μιας βίας διά της άλλης. Πολλάκις έτυχε να συνομιλήσω μετ’ αυτού περί τούτου του
θέματος.
΄Ελεγεν: «Εις
το Ευαγγέλιον λέγεται σαφώς... ‘ Οτε οι Σαμαρείται δεν ήθελον να δεχθούν τον
Χριστόν, οι Απόστολοι Ιάκωβος και Ιωάννης ήθελον να ρίψουν πυρ εξ ουρανού, ίνα
εξολοθρεύσουν αυτούς. Αλλά ο Κύριος απηγόρευσε τούτοκαι είπεν: «Ουκ οίδατε ποίου
πνεύματός εστε... ουκ ήλθον ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι»(Λουκ. θ΄52-56).
Και ημείς οφείλομεν να έχωμεν αυτήν μόνον την σκέψιν, ίαν οι πάντες σωθούν».
...Τότε εγνώρισε διά ποίου όπλου νικάται ο διάβολος. Εις εκάστην προσέγγισιν
αυτού η ψυχή στρέφει προς εαυτήν όλην την δύναμιν του μίσους αυτής, και ως
έσχατον εχθρόν αυτής καταδικάζει εαυτήν εις την αιώνιαν κόλασιν προσθέτουσα: « Ο
δε Θεός άγιος, αληθινός και ευλογητός εις τους αιώνας».
|
|