|
|
Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ:
Περί
Προσευχής (σελ87-96)
Την έννοιαν της τραγωδίας συνήντησα το πρώτον κατά τους νεανικούς μου χρόνους
ουχί εν τη πείρα της ζωής, αλλ’ εν τη αναγνώσει βιβλίων. Η εντύπωσίς μου περί
αυτής ήτο η εξής: Ενώπιον του νου του ανθρώπου αποκαλύπτεταί τι, όπερ ελκύει
αυτόν ολοκληρωτικώς. Παλαιότερον το αντικείμενον της έλξεως ταύτης ωνομάζετο
«ιδεώδες». Διά την επίτευξιν του κατά διαίσθησιν συλληφθέντος ιδεώδους ο
άνθρωπος υποβάλλεται μετ’ αποφασιστικότητος εις πάντα κόπον, εις παν πάθημα,
εκθέτων εις κίνδυνον και αυτήν εισέτι την ζωήν αυτού. Εν τούτοις, όταν
κατορθούται το αντικείμενον της αναζητήσεως αυτού, τότε φανερούται η σκληρά
πλάνη: Η πραγματικότης δεν ανταποκρίνεται εις εκείνο όπερ εξέπληττε τον νουν,
και φυσικώ τω λόγω η επακολουθούσα απογοήτευσις του τεθλιμμένου πνεύματος οδηγεί
εις οικτρόν τέλος, συχνάκις δε και εις φοβερόν θάνατον.
Διάφορά ιδεώδη παρουσιάζονται εις τους ισχυρούς της γης. Πολλάκις ούτοι έχουν
αξιώσεις διά την υψίστην εξουσίαν.Τούτο συνέβη εις την περίπτωσιν του Βόριδος
Γουδονώφ*. Ούτος εις την πάλην προς πραγματοποίησιν της ενδομύχου επιθυμίας
αυτού, όπως και πλήθος προκατόχων αυτού κατά τους παρελθόντας αιώνας, δεν
απέφυγε τα αιματηρά εγκλήματα. Επιτυχών του σκοπού αυτού, είδεν ότι δεν έλαβεν
εκείνο, όπερ ανέμενε: «Κατέλαβον την υψίστην εξουσίαν..., αλλά δεν υπάρχει
ευτυχία εν τη ψυχή μου».
Υπάρχουν και άλλαι αναζητήσεις επί του επιπέδου του πνεύματος, της τέχνης ή της
επιστήμης, αίτινες είναι ευγενέστεραι. Εις τον μεγαλοφυή νουν αποκαλύπτονται
νοεραί θεωρίαι, τας οποίας αδυνατεί ούτος να πραγματοποιήση, διότι υπερβαίνουν
το μέτρο του επιτευκτού εν τω κόσμω τούτω. Πειθόμενος διά την ανεπάρκειαν αυτού
όπως επιτύχη εν τη τελειότητι την αρχικήν αυτού θεωρίαν, την οποίαν έθεσεν ως
μοναδικόν σκοπόν του είναι αυτού, υφίσταται βαθύ ρήγμα εν τω πνεύματι αυτού και
απόλλυται. Η μορφή αύτη του μοιραίου τέλους παρατηρείται συχνότερον μεταξύ των
ποιητών.
Ουχί άνευ τρόμου παρετήρουν και παρατηρώ εισέτι τα πεπρωμένα του κόσμου. Η
ανθρωπίνη ζωή, εις οιονδήποτε επίπεδον και αν θεωρήσωμεν αυτήν, εμφανίζεται
τραγική. Και η αγάπη εισέτι είναι πλήρης οξειών αντιφάσεων και ουχί σπανίως
μοιραίων κρίσεων. Ούτω παν γήινον φαινόμενον εξ αυτής ταύτης της γενέσεως αυτού
φέρει την σφραγίδα της φθοράς.
‘ Ημην εισέτι νέος (18 ετών), ότε έλαχεν εις εμέ να ζήσω ιστορικά γεγονότα, των
οποίων η τραγικότης υπερέβαινε παν ό,τι συνήντησα εν τοις βιβλίοις: ΄Εχω υπ’
όψιν μου τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον και την μετ’ αυτόν (εν Ρωσία)
επακολουθήσασαν κοινωνικήν επανάστασιν, μεθ’ όλων των φρικαλεοτήτων, αίτινες
συνδέονται μετά τοιούτων εγχειρημάτων. Φρικτή εικών η κατάρρευσις της μεγάλης
Αυτοκρατορίας! Η συμπλοκή είναι αγρία και ανίλεως, όταν «οι κοπιώντες και
πεφορτισμένοι» εν τη απογνώσει αυτών αποφασίζουν τον αγώνα διά τα δίκαια και την
αξιοπρέπειαν αυτών. ΄Εζησα εν τω μέσω των παθημάτων πολλών εκατομμυρίων
ανθρώπων: ΄Ηρχισε παρατεταμένη «θανάσιμος σύρραξις».
(...)
Εάν ο Ουράνιος Πατήρ ελκύση ημάς προς τον Μονογενή και Συνάναρχον Υιόν Αυτού
δεικνύων εις ημάς, έστω και κατά το μέτρον της στενής δεκτικότητος ημών, την
απύθμενον σοφίαν του Λόγου Αυτού και το απρόσιτον ύψος της Αγάπης Αυτού, τότε
βλέπομεν ότι εν τω Θεώ δεν υπάρχει τραγωδία. Η τελευταία αύτη είναι παρούσα
μόνον εις τα πεπρωμένα των ανθρώπων , το ιδεώδες των οποίων δεν διεπέρασε τα
γήινα όρια. Ο Χριστός ουδόλως είναι τραγικός τύπος. Αλλότριον ωσαύτως είναι το
στοιχείον τούτο εις τα κοσμοσωτήρια Αυτού παθήματα. Η Αγάπη του Χριστού, καθ’
όλον τον χρόνον της μεθ’ ημών συναναστροφής Αυτού επί της γης, υπήρξε πολυπαθής:
«Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! ΄Εως πότε έσομαι μεθ’ υμών; ΄Εως πότε
ανέξομαι υμών;» (Ματθ. 17,17). Περί του Λαζάρου και των αδελφών αυτού έκλαυσεν
ούτος (βλ. Ιωαν. 11,35) Εθλίβετο διά την σκληροκαρδίαν των Ιουδαίων, των
φονευόντων τους προφήτας (βλ. Ματθ. 23,30 κ.ε.). Εν Γεθσημανή η ψυχή Αυτού ήτο
«περίλυπος μέχρι θανάτου» και «ο ιδρώς Αυτού εγένετο ωσεί θρόμβοι αίματος
καταβαίνοντες επί την γην» (Ματθ. 26,38` Λουκ. 22,34). ΄Εζη την τραγωδίαν πάσης
της ανθρωπότητος, αλλ’ εν Αυτώ τω Ιδίω δεν έμενεν αύτη. Τούτο είναι σαφές εκ των
λόγων τους οποίους είπεν Ούτος προς τους μαθητάς Αυτού ολίγον προ της εν
Γεθσημανή κοσμοσωτηρίου προσευχής: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωαν.14,27).
΄Ετι δε: «Ουκ ειμί μόνος, ότι ο Πατήρ μετ’ Εμού εστί. Ταύτα λελάληκα υμίν, ίνα
εν Εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε` αλλά θαρσείτε, Εγώ νενίκηκα το
κόσμον» (Ιωαν. 16,32-33) Και πάλιν, εβδομάδας τινάς προ του Γολγοθά: «΄Ηρξατο ο
Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς Αυτού ότι δει Αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και
πολλά παθείν... και αποκτανθήναι, και τη Τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16,21)
Τραγωδία δεν υπάρχει εν Αυτώ, αλλ’ εν ημίν.
(...)
Η προσευχή υπέρ του κόσμου είναι η πλέον βαρεία και αδιέξοδος υπό την έννοιαν
ότι το πνεύμα ημών ουδέποτε επιτυγχάνει τελείως του σκοπού αυτού. Ευχόμενος υπέρ
εαυτού ο άνθρωπος δύναται να γευθή εν τω βάθει της καρδίας αυτού πλήμμυραν
τρυφεράς αγάπης και ειρήνης. Διατηρεί την κατάστασιν ταύτην επί τινα χρόνον.
Κατά την υπέρ του κόσμου όμως προσευχήν, και την πλέον εισέτι φλογεράν και
παρατεταμένην, η ψυχή ταχέως αντιλαμβάνεται ότι βαρύ νέφος αντιπαθείας, ως και
πρότερον κρέμαται επάνω της γης: Είναι καθ’ υπερβολήν πολλοί οι άνθρωποι,
οίτινες «ηγάπησαν μάλλον του σκότος (του μίσους) ή το φως» της αγάπης του Θεού
(πρβλ. Ιωαν. 3,19).
Και παράδοξον και θλιβερόν: Ο κόσμος ως σύνολον δεν δέχεται το πνεύμα του Θεού,
και η προσευχή επιστρέφει εις τον προσευχόμενον ουχί μόνον μετά του αισθήματος
του ανικανοποιήτου, αλλά και μετά πληθυνθείσης εισέτι θλίψεως. Τούτο, βεβαίως,
δεν είναι αληθινή αίσθησις. ΄Οντως, η αναζητουμένη αλλαγή της πνευματικής
ατμοσφαίρας της οικουμένης δεν επήλθεν. Εάν όμως δεν υπήρχον ευχέται υπέρ του
κόσμου, η «εξουσία του σκότους» (Λουκ.22,53) θα ενετείνετο μετά μεγαλυτέρας έτι
δυνάμεως.
Και όσοι εισέτι δεν εβίωσαν μετ’ εντάσεως την ως άνω περιγραφείσαν πείραν,
ευκόλως θα εννοήσουν εμέ, εάν εμπνευσθέντες υπό του Θεού προσηυχήθησαν υπέρ του
κόσμου ή υπέρ μεμονωμένων αγαπητών εις αυτούς ανθρώπων. Συχνάκις η καρδία εν
τοιαύτη προσευχή ταχέως εισέρχεται εις αυτήν ταύτην την ζωήν εκείνου ή εκείνων
διά τους οποίους προσεύχεται, και γνωρίζει τι συνέχει αυτούς: χαρά και
ανάπαυσις, αδημονία και θλίψις, το απαίσιον ενίοτε σκότος του άδου και το όμοιον
προς αυτό κακόν. Ο προσευχόμενος αισθάνεται τας κατατάσεις αυτάς ως ιδίας. Και
τούτο αποτελεί ιδιαιτέρου είδους παραπλάνησιν. Κατ’ ουσίαν η ψυχή διά της
προσευχής βλέπει –ζη- ενούται μετ’ εκείνων υπέρ των οποίων προσεύχεται. Εάν μετά
το βαρύ τούτο αίσθημα, του οποίου έλαβεν ούτος πείραν, επακολουθή χαρά ή
ανάπαυσις, τούτο είναι ενδεικτικόν σημείον ότι η προσευχή αυτού εισηκούσθη. Ο
ασθενής θα αναρρώση, ο απεγνωσμένος θα λάβη φως ελπίδος, η επαπειλουμένη συμφορά
θα παρέλθη, και τα όμοια.
Ακριβώς η τοιαύτη μετά των ανθρώπων κοινωνία εν τω είναι, εισέτι δε και μετά του
κόσμου τούτου εν γένει, χαρακτηρίζει την γνησίαν προσευχήν. Η υπερφαλλάγγησις
των συμβαινόντων εν τω κόσμω δύναται να αυξηθή εις βαθμόν υπερβαίνοντα πάντα
ορισμόν. Η ζωή του προσευχομένου πνεύματος δύναται, αλλά και οφείλει, να λάβη
κοσμικάς διαστάσεις, τας οποίας απαιτούν αι ευαγγελικαί εντολαί του Χριστού. Εν
Αυτώ ο άνθρωπος γίνεται αληθώς παγκόσμιος: ουχί υπό την έννοιαν του φιλοσοφικού
συγκρητισμού, αλλά κατά τον βαθμόν και την κλιμάκωσιν της κατοχής του
πραγματικού όντος. Κατά την εν πνεύματι προσέγγισιν εις τα έσχατα όρια της
δυνατής ζώσης πείρας.
(...)
Η πείρα της τραγικότητος των πεπρωμένων της γης είναι απαραίτητος εις ημάς.
Δεικνύει τα όρια των κτιστών ημών χαρισμάτων εν τω αποχωρισμώ ημών εκ της μετά
του Θεού συνεργασίας. Είναι φυσικόν, μετά τα παθήματα και την αποτυχία όλων των
προσπαθειών, να ανοιγώμεθα προς νέους ορίζοντας άλλου ήδη κόσμου, απείρως
υψηλοτέρου. Τότε αντί του «μοιραίου τέλους» εν τη πλειονότητι των περιπτώσεων
ταλαντούχων και μεγαλοφυών ανθρώπων ανατέλλει ευλογημένη αρχή, ήτις δύναται να
φανή εις τον άνθρωπον ως Φως Αναστάσεως, ως είσοδος εις τον άφθαρτον κόσμον,
όπου δεν υπάρχει τόπος διά την τραγωδίαν, διότι εκεί βασιλεύει η άναρχος
αιωνιότης.
Η προσωπική ημών πείρα οδηγεί εις την διαπίστωσιν ότι η ανθρωπότης εν τη
πλειονότηι αυτής, μέχρι και της σήμερον ημέρας, δεν έφθασεν εις το ύψος των
εντολών του Ευαγγελίου. Απορρίπτοντες τον Χριστόν ως τρον αιώνιον ΄Ανθρωπον και
προπαντός ως τον Αληθινόν Θεόν, υπό οιανδήποτε μορφήν, υπό οιανδήποτε πρόθεσιν,
οι άνθρωποι στερούνται του Φωτός της ανάρχου Βασιλείας και της δόξης της
υιοθεσίας. «Πάτερ, ους δέδωκάς Μοι, θέλω ίνα όπου ειμί Εγώ κακείνοι ώσι μετ’
Εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την Εμήν ήν έδωκάς Μοι, ότι ηγάπησάς Με προ
καταβολής κόσμου» (Ιωάν. 17,24). ΄Οσοι ησθάνθησαν την αγίαν φλόγαν της αγάπης
του Αγίου Πνεύματος, διαμένουν νοερώς εν τη Βασιλεία του Αγίου Πνεύματος
καταπονούμενοι εκ της δίψης, όπως καταστούν άξια τέκνα Αυτού. Διά της ενεργείας
του Αγίου Πνεύματος, του εκ του Πατρός εκπορευομένου, υπερνικάται η αμαρτία της
απορρίψεως της φανερωθείσης υπό του Υιού Πατρικής αγάπης (βλ. Ιωάν. 8,24). Όταν
αισθανθώμεν τον Χριστόν ως Θεόν-Σωτήρα, υπερβαίνομεν τα όρια του χρόνου και του
χώρου` εισερχόμεθα εις εκείνην την μορφήν του είναι, εν τη οποία δεν υπάρχει η
έννοια της τραγωδίας.
*Βόρις Γουδονώφ: αυλικός και σύμβουλος του τσάρου Ιβάν του Τρομερού και πιθανόν
ο δολοφόνος του νεωτέρου υιού του Ιβάν Δημητρίου. Διετέλεσε τσάρος της Ρωσίας
από του 1599 έως το 1605.
|
|