|
|
Αρχ. Σωφρονίου: Ο
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Σκέψεις
περί ελευθερίας
Ο Γέρων δεν ήτο φιλόσοφος υπό την συνήθη σημασίαν της λέξεως, αλλ’ ήτο τωόντι
σοφός, κατέχων γνώσιν εκείνου, όπερ εξέρχεται των ορίων της φιλοσοφίας.
Ας φέρωμεν ως παράδειγμα την πείραν της «μνήμης του θανάτου». Υπό τον όρον αυτόν
εν τη ασκητική γραμματεία των Πατέρων εννοείται ουχί η συνηθισμένη συνείδησις
του ανθρώπου περί της θνητότητος αυτού, τ.ε. η απλή μνήμη ότι θα αποθάνωμεν,
αλλ’ ιδιαιτέρα τις πνευματική αίσθησις εμπνεομένη υπό της χάριτος. ΄Αρχεται η
μνήμη του θανάτου διά της συναισθήσεως της βραχύτητος της επιγείου υπάρξεως
ημών.
Άλλοτε
εξασθενούσα,άλλοτε δε δυναμουμένη, κατά καιρούς γίνεται βαθύ «αίσθημα» της
φθοράς και του παροδικού παντός επιγείου, μεταβάλλουσα τοιουτοτρόπως την στάσιν
του ανθρώπου έναντι παντός πράγματος εν τω κόσμω. Παν ό,τι δεν μένει αιωνίως
παύει να έχη αξίαν εις την συνείδησιν του ανθρώπου και γεννά το αίσθημα της
ματαιότητος πασών των επί γης κτήσεων. Η προσοχή του νοός χωρίζεται από του
περιβάλλοντος εξωτερικού κόσμου και συγκεντρούται εις τα έσω, όπου η ψυχή
ίσταται κατά πρόσωπον προ της ακαταλήπτου αβύσσου του σκότους.
Η θέα αύτη εμβάλλει
την ψυχήν εις τρόμον, γεννώσα σύντονον προσευχήν, ακράτητον, ημέρας και νυκτός.
Καταργείται η έκτασις του χρόνου, κατ΄αρχάς όμως ουχί διότι η ψυχή είδε το φως
της αιωνίου ζωής, αλλ’ αντιθέτως, διότι το παν κατεβροχθίσθη υπό του αισθήματος
του αιωνίου θανάτου. Εν τέλει, διερχομένη πολλά και διάφορα στάδια η ψυχή τη
επενεργεία της χάριτος εισάγεται εις την σφαίραν του ανάρχου Θείου φωτός. Και
τούτο δεν είναι φιλοσοφική «υπέρβασις», αλλά ζωή εν τη πραγματική αυτής
εκδηλώσει, μη έχουσα ανάγκην διαλεκτικών «αποδείξεων».
Τούτο είναι γνώσις
απροσδιόριστος, αναπόδεικτος, ανεκδήλωτος, αλλά παρά το απροσδιόριστιν αυτής, ως
αυθεντική ζωή είναι ασυγκρίτως κραταιοτέρα και εσωτερικώς πειστικωτέρα της πλέον
αψόγου αφηρημένης διαλεκτικής.
Προσηύχετο ο Γέρων: «Κύριε, οι άνθρωποι επελάθοντό Σου, του Δημιουργού αυτών,
και ζητούν την ελευθερίαν αυτών, μη εννοούντες ότι Συ είσαι ελεήμων, και αγαπάς
τους μετανοούντας αμαρτωλούς, και δίδεις εις αυτούς την χάριν του Αγίου
Πνεύματος» (σελ. 355-από τα γραπτά του γέροντα).
Προσευχόμενος εις τον παντογνώστην Θεόν ο Γέρων δεν επολυλόγει, ούτε διεσαφήνιζε
τας σκέψεις αυτού. «Οι άνθρωποι ζητούν την ελευθερίαν αυτών», αλλ’ ελευθερίαν
εκτός του Θεού, εκτός της αληθούς ζωής, εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε δύναται να
υπάρξη αύτη, εκεί όπου είναι το «σκότος το εξώτερον», διότι η ελευθερία
ευρίσκεται μόνον εκεί όπου δεν υπάρχει θάνατος αλλά αυθεντική, αιωνία ύπαρξις,
εν τω Θεώ.
«Συ είσαι ελεήμων και δίδεις εις αυτούς την χάριν του Αγίου Πνεύματος». Ο Θεός
χορηγεί την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, και τότε ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος.
«Ου δε το Πνεύμα Κυρίου εκεί ελευθερία» (Β’ Κορ. Γ’ 17). «Πας ο ποιών την
αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (...)
Εν τη άνωθεν διδομένη προσευχή η υπαρξιακή, ή ως έλεγεν ο Γέρων, «έμπειρος»
γνώσις της ανθρωπίνης ελευθερίας είναι άκρως βαθεία. Εκείνος εγνώριζεν εξ όλης
ψυχής ότι η πραγματική δουλεία είναι μόνον μία, η δουλεία εις την αμαρτίαν, η δε
αληθινή ελευθερία είναι ωσαύτως μία, η ανάστασις εν τω Θεώ.
Εν όσω ο άνθρωπος δεν ηξιώθη να βιώση την εν Χριστώ Ανάστασιν αυτού, το παν εν
αυτώ είναι ηλλοιωμένον εκ του φόβου του θανάτου, και επομένως εκ της δουλείας
εις την αμαρτίαν. Εξ όσων όμως δεν εγνώρισαν εισέτι την χάριν της αναστάσεως,
εκφεύγουν της παραμορφώσεως μόνον εκείνοι διά τους οποίους ελέχθη: «Μακάριοι οι
μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιωάν. κ’ 29).
(...)
Εν αληθεία χριστιανικώς δύνασαι να σώσης μόνον διά της αγάπης, ήτοι «ελκύων».
Δι’ οιανδήποτε βίαν δεν υπάρχει τόπος. Εν τη αναζητήσει της σωτηρίας πάντων η
αγάπη περιπτύσσεται ουχί μόνον τον κόσμον των ζώντων, αλλά και των ήδη
αποθανόντων, και αυτόν τον άδην, και εκείνους οίτινες μέλλουν να γεννηθούν,
τουτέστι τον Αδάμ παγγενή. Και αν ευφραίνηται και αγάλλεται η αγάπη διά την
σωτηρίαν των αδελφών, πενθεί και προσεύχεται βλέπουσα το αντίθετον, την απώλειαν
αυτών.
Ηρωτήσαμεν τον Γέροντα:
-Πως δύναταί τις να αγαπά πάντας τους ανθρώπους; Και που να εύρη τοιαύτην αγάπην
ώστε να είναι εν μετά πάντων;
Ο γέρων απήντησεν:
-΄Ινα γενώμεθα εν μετά πάντων, καθώς λέγει ο Κύριος, «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιωάν.
ιζ’ 21), ουδέν είναι ανγκαίον να επινοήσωμεν. Πάντες ημείς έχομεν μίαν και την
ιδίαν φύσιν. Ως εκ τούτου φυσικόν θα ήτο δι’ ημάς να αγαπώμεν τους πάντας. Την
δε δύναμιν της αγάπης δίδει το Πνεύμα το ΄Αγιον.
Η δύναμις της αγάπης είναι μεγάλη και νικηφόρος, αλλ’ ουχί έως τέλους. Εν τω
ανθρωπίνω είναι ενυπάρχει εξουσία τις, ήτις θέτει και εις την αγάπην προσέτι
όριόν τι, ώστε και αύτη να μη έχη το απόλυτον. Τι άρα γε είναι τούτο;
Το αυτεξούσιον.
Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι αληθώς πραγματικόν και τοσούτον μέγα, ώστε
ούτε η θυσία του Ιδίου του Χριστού, ούτε η θυσία πάντων, όσοι ηκολούθησαν τον
Χριστόν, δύναται να οδηγήση αναγκαστικώς εις την νίκην.
Ο Κύριος είπε: (Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης (ήτοι όταν θα ανέλθω επί του σταυρού),
πάντας ελκύσω προς Εμαυτόν» (Ιωάν. ιβ’ 32). Ούτως η αγάπη του Χριστού ελπίζει να
ελκύση τους πάντας προς εαυτήν, και διά τούτο πορεύεται μεχρις άδου κατωτάτου.
Αλλ’ έτι κει εις αυτήν την τελείαν αγάπην και την τελείαν θυσίαν τινές –άγνωστον
ποίοι και πόσοι- δυνατόν να απαντήσουν δι’ αιωνίου απορρίψεως του Θεου: «Εγώ δεν
θέλω».
(...)
Ό,τι ο Γέρων εγνώρισεν κατά την εμφάνισιν του Χριστού εις αυτόν, ήτο περαν πάσης
αμφιβολίας. Εγνώρισεν ότι ο Επιφανείς είναι ο Κύριος Παντοκράτωρ. Εγνώρισεν ότι
η ταπείνωσις του Χριστού, της οποίας εγεύθη, η αγάπη της οποίας ενεπλήσθη έως
των ορίωντης αντοχής αυτού, είναι η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος-Θεού. Εγνώρισεν
εν Πνεύματι Αγίω ότι ο Θεός είναι άπειρος αγάπη και άμετρος ευσπλαχνία, και όμως
η γνώσις αυτής της αληθείας δεν ωδήγησεν αυτόν εις την σκέψιν ότι «απαραιτήτως
θα σωθούν οι πάντες». Η συνείδησις της δυνατότητος της αιωνίου απωλείας,
παρέμεινε βαθέως εν τω πνεύματι αυτού, και τούτο, διότι εν τη καταστάσει της
χάριτος αποκαλύπτονται εις την ψυχήν τα μέτρα της ελευθερίας του ανθρώπου
αποκλειούσης πάσαν ιδέαν ετεραρχίας.
---------------------------------------------------
Η ουσία της απολύτου ελευθερίας έγκειται εις το εξής: να ορίζη η ιδία εν πάσι
τον τρόπον της υπάρξεως αυτής, έξω πάσης εξαρτήσεως ή αναγκαιότητος, έξω παντός
περιορισμού. Αύτη είναι η ελευθερία του Θεού. Ο άνθρωπος δεν έχει τοιαύτην
ελευθερίαν, ως μη έχων την εξουσία της δημιουργίας «εκ του μηδενός».
Ο έσχατος πειρασμός διά την κτιστήν ελευθερία του ανθρώπου (ως και εν γένει των
υποστατικών πνευμάτων) έγκειται εις το να δημιουργήση η ιδία την μορφήν της
υπάρξεως αυτής, να καθορίση η ιδία αυτήν εν πάσιν, η ιδία να γίνη «θεός» και να
μη δεχθή μόνον εκείνο, όπερ δίδεται, διότι ούτως εγείρεται το αίσθημα της
εξαρτήσεως.
Έλεγεν ο Γέρων ότι ο πειρασμός ούτος υπερνικάται διά της προς τον Θεόν πίστεως,
όπως και πας άλλος. Η πίστις ότι ο Θεός είναι υπεράνω πάσης τελειότητος έλκει
εις την ψυχήν την χάριν και τότε δεν υπάρχει καταθλιπτικόν αίσθημα εξαρτήσεως,
αλλ’ η ψυχή αγαπά τον Θεόν ως τον πλέον συγγενή Πατέρα και ζη δι’ Αυτού.
|
|