|
|
Αρχ. Σωφρονίου:
Ο
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, (σελ.148-150)
Η έλλειψις διαθέσεως υπακοής είναι βέβαιον σύμπτωμα της ψυχικής ασθενείας. Οι
ψυχικώς ασθενείς είναι ανίκανοι να αντιληφθούν την σκέψιν ή την θέλησιν ετέρου
προσώπου. Άνευ της υπακοής ο άνθρωπος θα μένη πάντοτε εντός των στενών
συνδηκτόρων της εγωιστικής αυτού «ατομικότητος», αντιθέτου προς την αρχήν της
«υποστάσεως». Έξω της χριστιανικής καλλιεργείας της υπακοής ο άνθρωπος μένει
κωφός και τυφλός προς την Θείαν Αποκάλυψιν, ήτις εδόθη εις ημάς εν τη Πράξει της
Υποστατικής σαρκώσεως του Λόγου, διότι εντω ιδίω τω ανθρώπω δεν δύναται να
αναπτυχθή η υποστατική αρχή. Ως εκ τούτου είναι δυνατόν να είπωμεν ότι αληθής
θεολογία έξω του αγώνος της υπακοής είναι ακατόρθωτος. Ομιλούμεν περί της
θεολογίας εννοουμένης ως καταστάσεως, ουχί δε ως πολυμαθείας δυναμένης να απέχη
από της πραγματικής ζωής, όσον απέχει η γη από του ουρανού.
Η επιστήμη της υπακοής είναι όντως μεγίστη, και απαιτείται εντατική προσευχή,
όπως διανοιχθούν οι πνευμστικοί ημών οφθαλμοί, ίνα ίδωμεν το υπερέχον της
μοναχικής αυτής επιστήμης ή κάλλιον ειπείν της χριστιανικής υπακοής. Άνευ της
αφομοιώσεως αυτής ο κόσμος ουδέποτε θα κατορθώση την ειρήνην, αλλά θα μένη εν τω
αλύτω δεσμώ της παγγενούς έχθρας. Αντιθέτως εάν ο κόσμος εστρέφετο δι’ όλης
αυτού της δυνάμεως προς την αφομοίωσιν της θαυμαστής αυτής επιστήμης, θα
εγνώριζεν ίσως την μεταμορφωτικήν αυτής δύναμιν, το δε ανομολογήτως εφιαλτικόν
παράλογον της συγχρόνου πραγματικότητος θα εξέλιπεν ως νυκτερινή σκοτία ενώπιον
ανατέλλοντος ηλίου.
Ιδού έν εισέτι αξιοπρόσεκτον αποτέλεσμα του άθλου της υπακοής. Μανθάνων ο
υποτακτικός να αποδέχηται εν εαυτώ τας σκέψεις και το θέλημα των άλλων προσώπων,
μανθάνει ταυτοχρόνως να ζη τας διαφόρους καταστάσεις ουχί μόνον ως ατομικάς,
αλλά και ως αποκάλυψιν των συμβαινόντων εις πάντα άνθρωπον εν τω κόσμω. Βιοί παν
άλγος, πάσαν βάσανον, πάσαν επιτυχίαν αυτού, ουχί μόνον εν εαυτώ τω ιδίω,
εγωκεντρικώς, αλλά μεταφέρεται εν πνεύματι και εις το πάθος όλων των ανθρώπων,
διότι ανά πάσαν στιγμην χρόνου εκατομμύρια ανθρώπων ασφαλώς ευρίσκονται εν
παρομοία προς ημάς καταστάσει. Εκ τούτου αναδύεται φυσικώς η υπέρ τουκόσμου
προσευχή.
Προσευχόμενος υπέρ
των ζώντων, διαμποιράζεται την χαράν της αγάπης αυτών ή την φρίκην της
απογνώσεως αυτών.
Λαμβάνων πείραν του
πόνου, προσεύχεται δι’ όλους τους πάσχοντας εν τω κόσμω, κύπτει επί της κλίνης
όσων αποθνήσκουν εν θλίψει, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι ενώπιον του τρόμου
του θανάτου. Μνημονεύων τους τεθνεώτας, μεταφέρεται διά του νοός εις τα βάθη των
αιώνων ή ίσταται πνεύματι εις την αθέατον αλλά φοβεράν οδόν, δι’ ης καθ’ ημέραν
διέρχονται εκατοντάδες χιλιάδων ψυχαί, αίτινες εγκατέλειψαν το σώμα αυτών, ως
επί το πλείστον εν φοβερά αγωνία. Ούτω και εν τη ψυχή του υποτακτικού
αναπτύσσεται η χριστιανική συμπάθεια προς όλην την ανθρωπότητα και η προσευχή
αυτού γίνεται φορεύς ολοκλήρου του κόσμου, τουτέστιν «υποστατική», καθ’ ομοίωσιν
της προσευχής του Χριστού εν Γεθσημανή. Δι’ αυτής της προσευχής ο υποτακτικός
αισθάνεται την ενότητα αυτού μεθ’ όλης της ανθρωπότητος, και η αγάπη προς τον
πλησίον, ήτοι προς πάντα άνθρωπον, αποβαίνει φυσικόν τι.
Η τοιαύτη προσευχή
συντελεί αληθώς εις την σωτηρίαν του κόσμου, και πας χριστιανός οφείλει να τείνη
προς αυτήν, ιδίως δε οι ιερείς κατά την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας.
|
|