ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ



 Ιωάννη Σ.Κολιόπουλου

     «Απ’ αρχής ευρωπαίον και παλαιόθεν χριστιανικόν το των Ελλήνων έθνος»: ιδεολογικοί προσανατολισμοί των Ελλήνων την εποχή της εθνικής παλιγγενεσίας.

(Πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε στις 26.10.1998 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

    Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος,

    Οι επέτειοι σημαντικών συμβάντων, όπως η σημερινή επέτειος της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, αποτελούν ευκαιρίες για να θυμούνται οι λαοί τις αφετηρίες τους, να επιβεβαιώνουν τους εθνικούς των στόχους και να επαναπροσδιορίζουν, όταν χρειάζεται, την εθνική πορεία τους. Η σημερινή ομιλία μου αυτόν τον σκοπό εξυπηρετεί: να θυμίσει δια των λόγων εκείνων που πρωτοστάτησαν ή και θυσιάστηκαν για την ελευθερία, την τιμή και την αξιοπρέπεια του έθνους μας τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του την αυγή της ανεξαρτησίας της χώρας και ν’ αποτελέσει ελάχιστο φόρο τιμής στους πρωτεργάτες της ελευθερίας μας, πρωτίστως δε στον Ρήγα Βελεστινλή, του οποίου τιμούμε εφέτος την διακοσιοστή επέτειο της θυσίας του για το έθνος.

    Έκρινα σωστό να θυμίσω αυτούς τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του έθνους και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα τελευταία χρόνια, για λόγους που δεν είναι δυνατό να εξηγηθούν εδώ, δημιουργείται η εντύπωση από ορισμένους κύκλους πως είναι ανάγκη να επαναπροσδιορισθούν αυτοί οι προσανατολισμοί και η πορεία του έθνους, να επανεύρει και να στηρίξει το έθνος μιαν υποτιθέμενη αρχέγονη ταυτότητα που αλλοιώθηκε ή και απωλέσθηκε στην προσπάθειά του ν’ ανακαινισθή με όρους και αρχές ξένες προς αυτό. Πληθαίνουν οι αναφορές στην ανάγκη να επαναπροσδιορισθή η πορεία μας με σημεία αναφοράς την καθ’ ημάς Ανατολή και τη Βαλκανική, την Ορθοδοξία και μια νοητή βαλκανική ταυτότητα. Πληθαίνουν και οι παραινέσεις, κάποτε μάλιστα από επίσημα χείλη, ν’ αποστρέψουμε το πρόσωπο από την Ευρώπη, την «αιρετική» και «ζοφώδη» Δύση.

    Είναι άραγε οι απογοητεύσεις από τα αδιέξοδα σε ορισμένους τομείς των διακρατικών σχέσεων της χώρας που ευνοούν τέτοιες αναφορές και σκέψεις; Είναι μήπως η αδυναμία ορισμένων κύκλων να παρακολουθήσουν και να κατανοήσουν τους συνεχώς μεταβαλλόμενους όρους επιβιώσεως των λαών; Ή μήπως είναι κάποιος, πρόσκαιρος μάλλον, πανικός που προκάλεσαν η αναμέτρηση με τους περισσότερο προηγμένους εταίρους μας και οι ανησυχητικές υστερήσεις μας σε ορισμένους τομείς; Ο ιστορικός δεν υιοθετεί εξηγήσεις όπως αυτές ή άλλες, ακόμη πιο απαισιόδοξες, που θέλουν τον ελληνικό λαό στο κατώφλι ενός ιδιότυπου θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Η γνώση του ιστορικού παρελθόντος τού δίνει, ωστόσο, τη δυνατότητα να διακρίνει ορισμένες επιβιώσεις αυτού του παρελθόντος και του δημιουργεί την υποχρέωση να τοποθετήσει αυτές τις επιβιώσεις και τους εκφραστές των στα ιστορικά τους συμφραζόμενα, ώστε παραινέσεις όπως αυτές που προαναφέρθηκαν να μην παραμορφώνουν τη σημερινή πραγματικότητα με όρους του παρελθόντος.

    Δάνειο είναι το θέμα της ομιλίας μου από μια κρίσιμη καμπή του Αγώνος της Ανεξαρτησίας, από επιστολή του 1825 προς την εφημερίδα του Μεσολογγίου Ελληνικά Χρονικά, με την οποία ο επιστολογράφος καλούσε τις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης ν’ αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδος και να δεχθούν τη χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια? επειδή, όπως έλεγε, «το απ’ αρχής Ευρωπαίον και παλαιόθεν Χριστιανικόν των Ελλήνων έθνος» υπήρξε μέρος αναπόσπαστο «της μεγάλης οικογένειας, από την οποία ούτε πρέπει ούτε δύναται ποτέ να χωρισθήι, καθότι κατά φύσιν και δικαίωμα είναι μέλος προσκολλημένον και κλάδος προκαταρκτικός»(1).
«Ευρωπαίον» λοιπόν και «χριστιανικόν» το ελληνικό έθνος, όχι τόσο με τη γεωγραφική σημασία των όρων, αλλά με την πολιτιστική των σημασία, όπως θα φανή από άλλες σχετικές αναφορές στο ίδιο θέμα. Ήσαν όμως αντιπροσωπευτικές των γενικότερων διαθέσεων των Ελλήνων αυτές οι αναφορές; Ήσαν πράγματι αντιπροσωπευτικές των διαθέσεων μέρους μόνο των Ελλήνων, αλλά του μέρους εκείνου του οποίου οι απόψεις για την ταυτότητα των Ελλήνων υπερίσχυσαν έναντι των απόψεων άλλων ηγετικών ομάδων της εποχής? για να εκτιμηθή δε η σημασία τους, θα μου επιτραπή να αναφερθώ εν συντομία στους έως τότε προσανατολισμούς των Ελλήνων, ιδίως μάλιστα στο ζήτημα της σχέσεως της Ελλάδος με την υπόλοιπη Ευρώπη κατά τους χρόνους της ξένης κυριαρχίας.

    Είναι επαρκώς χαρτογραφημένος ο χώρος των ιδεών και απόψεων των Ελλήνων αυτής της εποχής που ήσαν σε θέση να διατυπώσουν τέτοιες ιδέες και απόψεις? και είναι σχετικά εύκολη η περιδιάβαση του ιστορικού των νεωτέρων χρόνων στον χώρο αυτό. Για τους πρώην «Ενωτικούς» και τους ιδεολογικούς επιγόνους των η Ευρώπη ήταν χώρος οικείος και οι Έλληνες στην Ευρώπη αυτήν μπορούσαν να προσβλέπουν για βοήθεια, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση, εναντίον των Τούρκων κατακτητών. «Τίνες Ρωμαίοις Ρωμαίων οικειότεροι σύμμαχοι;» κατά τον εξέχοντα Ενωτικό Δημήτριο Κυδώνη(2). Ανάλογες απόψεις διατύπωναν και άλλοι Ενωτικοί, όπως ο Βησσαρίων, ο Ιανός Λάσκαρις, ο Μάρκος Μουσούρος, ο Αρσένιος Αποστόλης, ο Ιωάννης Κωττούνιος και ο Αντώνιος Έπαρχος(3). Η «ευνομούμενη» Γερμανία του Χαλκοκονδύλη(4), η Φράντσα η «τιμιωτάτη και πολυφουμισμένη» του ποιητή του Θρήνου της αλούσης πόλεως(5), η θαυμαστή Φραγκία του Χρονικού του Γαλαξειδίου(6) ήσαν απόηχος των ίδιων απόψεων για την Ευρώπη.

    Στους αιώνες που ακολούθησαν οι απόψεις αυτές για την «άλλη» Ευρώπη, την Εσπερία, όχι μόνο επιβίωσαν, αλλά ενισχύθηκαν για πολλούς λόγους. Η θεαματική οικονομική, πολιτιστική, πολιτική και στρατιωτική ανάπτυξη των χωρών της δυτικής Ευρώπης κάθε άλλο παρά αδιάφορους άφηνε τους Έλληνες τόσο της καθ’ ημάς Ανατολής όσο και της Διασποράς. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, η Εμπορική Επανάσταση και η Βιομηχανική Επανάσταση που ακολούθησε επρόβαλαν τη θαυμαστή Εσπερία στην υπόδουλη ελληνική Ανατολή, ενώ η Γαλλική Επανάσταση επρόβαλε εφικτές λύσεις στο πολιτικό πρόβλημα των Ελλήνων. Επικριτής του θαυμασμού που έτρεφαν και εξεδήλωναν πολλοί Έλληνες την εποχή της Γαλλικής Επαναστάσεως έγραφε έναν αιώνα αργότερα ο Μανουήλ Γεδεών: «… η νέα γενεά του ελληνικού έθνους, οι συνήθεις χάσκακες, έχαινον ακούοντες την καινήν διδασκαλίαν, και προς αυτήν τον βίον ρυθμίζοντες, εζήτουν να ζώσιν ελεύθεροι των από της θρησκείας δεσμών, φυσικήν ζώντες ζωήν, φυσικόν νόμον ακούοντες, ή μη ακούοντες ουδένα? και δυστυχώς εγίνοντο περισσότεροι παρ’ ημέραν οι τοιούτοι, και τ’ αποτελέσματα επήλθον επιζημιώτατα εις τον βίον του ελληνικού έθνους, εκραγείσης μετ’ ολίγον της ελληνικής επαναστάσεως»(7).

    Οι «συνήθεις χάσκακες» του «Μεγάλου Χαρτοφύλακος και Χρονογράφου της Μεγάλης Εκκλησίας» ήσαν άνδρες όπως ο Ρήγας Βελεστινλής, ο Αδαμάντιος Κοραής, οι Δημητριείς και άλλοι επιφανείς λόγιοι και θαυμαστές της Εσπερίας. Βέβαια, πολλές από τις απόψεις και τις θέσεις για την Ευρώπη αυτών και άλλων θαυμαστών της Ευρώπης, φαίνονται σήμερα μάλλον αφελείς. «Αλλ’ είναι φόβος», έγραφε ο Κοραής το 1798 στην Αδελφική Διδασκαλία του, σε απάντηση όσων έγραφε κατ’ εντολήν της Μεγάλης Εκκλησίας ο συγγραφέας της Διδασκαλίας Πατρικής εναντίον των υπερμάχων της ελευθερίας των λαών και της λαϊκής κυριαρχίας, «μήπως οι Ευρωπαίοι, αναγνόντες αυτό [το σύγγραμμα] κατά τύχην, συμπεράνωσιν, ότι τοιαύτα είναι όλων των Γραικών τα φρονήματα? ότι είμεθα όχι μόνο δούλοι, αλλά και φίλοι της δουλείας»(8). Ο ίδιος στο Άσμα Πολεμιστήριον των εν Αιγύπτω περι ελευθερίας μαχομένων Γραικών, το 1800, πίστευε πως «Γάλλοι και Γραικοί δεμένοι, / Με φιλίαν ενωμένοι, / Δεν είναι Γραικοί ή Γάλλοι, / Αλλ’ έν έθνος Γραικογάλλοι»(9). Οι Δημητριείς δεν έβλεπαν την ώρα «πότε θε να αρχίσουν και οι εδικοί μας να μιμηθούν εις την γλώσσα τους Εγγλέζους και τα λοιπά έθνη της Ευρώπης» και να την καλλιεργούν όπως και αυτοί»(10). Επιδίωξη όπως αυτή των μετριοπαθών Δημητριέων είχε την ακόλουθη κατάληξη στον Λόγιο Ερμή: ήταν χρήσιμο, υποστήριξε κάποιος ανακαινιστής της γλώσσας, φράσεις όπως «ayez la bonte» ή «j’ai l’honneur de», «σχεδόν κοιναί των πεπολιτισμένων εθνών της Ευρώπης», να μεταφρασθούν και να υιοθετηθούν και στην Ελληνική(11), όπως και υιοθετήθηκαν, άλλωστε. Επιστολογράφος του ίδιου περιοδικού, εξάλλου, ο Αλέξανδρος Βασιλείου, υποστήριζε την ίδια εποχή ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να υιοθετήσουν την ονομασία «Γραικοί»: «τούτο [το όνομα]», όπως έλεγε, «ως οικείον ον, και σύνηθες εις όλην την Ευρώπην, και μηδεμίαν απαρέσκουσαν ιδέαν εισάγον, φαίνεται αποδεκτέον»(12). Αυτό άλλωστε είχε προτείνει και ο Ευγένιος Βούλγαρις και αυτό θα επρότεινε και ο Κοραής. Ο Ρήγας, τέλος, ο οποίος ούτε μορφώσεως εστερείτο ούτε γνώσεως των συνθηκών που επικρατούσαν στην καθ’ ημάς Ανατολή, εβάδισε τον δρόμο της ελευθερίας και του μαρτυρίου με οδηγό ένα ιακωβίνικο πολίτευμα για τη σύσταση της Ελληνικής Δημοκρατίας του στη Βαλκανική, την ώρα ακριβώς που η εθνική αφύπνιση των Ελλήνων και η επιδίωξή τους να συγκροτήσουν εθνικό ελληνικό κράτος διασπούσαν την ιστορική ενότητα των λαών της περιοχής.
Ήσαν, πράγματι, προϊόντα ενθουσιασμού παρά λογικής επεξεργασίας πολλές από τις απόψεις και τις θέσεις αυτών και άλλων θαυμαστών της Ευρώπης? όπως ήσαν και οι διάφορες εκκλήσεις προς τον Βοναπάρτη ή η πρόσκληση μιας γερόντισσας της Εύβοιας το 1803 προς τους Ευρωπαίους να σπεύσουν να ελευθερώσουν τους Έλληνες η οποία τόσο εξέπληξε ξένο περιηγητή(13). Δεν εστερούντο, εντούτοις, δυνατότητος λογικής επεξεργασίας των δεδομένων της εποχής αυτοί και άλλοι ομοϊδεάτες των? τουναντίον, όπως θα υποστηριχθεί σε λίγο, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των πρωτεργατών της Εθνικής Παλιγγενεσίας ήταν προϊόν τέτοιας λογικής αναλύσεως των διαθέσιμων στοιχείων της εποχής.

    Και οι άλλοι; Οι ιδεολογικοί αντίπαλοι της Εσπερίας; Οι «Ανθενωτικοί» και οι επίγονοί τους; Τι είχε επιβιώσει από το «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέσηι τηι πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν» του Παναγιώτη Νοταρά(14), ή την αναφορά του ιστορικού Κριτόβουλου, λίγο μετά την Άλωση, στον Σουλτάνο, τον «αυτοκράτορα των Ρωμαίων»(15); Είχαν επιβιώσει πολλά στοιχεία τόσο στην επίσημη στάση της Μεγάλης Εκκλησίας όσο και στη δημώδη ποίηση και στις λαϊκές δοξασίες(16). Απηχούσαν τη διαπίστωση του Πατριάρχη Γερμανού, τον 13ο αιώνα, με τις αναμνήσεις των ταπεινώσεων της Δ’ Σταυροφορίας νωπές ακόμη, ότι η Ανατολική Αυτοκρατορία ευρισκόταν μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, εκτεινόμενη και στην Ευρώπη και στην Ασία(17) ή αυτήν του Αναστασίου Γορδίου τέσσερις αιώνες αργότερα: «… ευρισκόμεθα ημείς οι της ανατολικής εκκλησίας ορθόδοξοι, ωσάν να ήμεσθε ανάμεσα εις δύο μεγάλας συννεφιάς? και από το μέρος της μεσημβρίας και της ανατολής να ήνε ένα μεγάλο σύγνεφον, μαύρο και σκοτεινό, ωσάν το ψιλαφητόν σκότος εκείνο της Αιγύπτου, η παντελής ασέβεια του Μωάμεθ, όπου επερίλαβε και εσκέπασε τα τρία μερτικά της γης, και τα εζόφωσε τελείως με την εσχάτην ασέβειαν. Από δε το μέρος της δύσεως να ήνε άλλο μεγάλο σύγνεφον, να φθάνηι έως αυτόν τον αιθέρα εις το ύψος και εις το πλάτος, να σκεπάζηι όλην την δύσιν και το ήμισυ του βορείου κλίματος, σκοτεινόν και αυτό και ζοφώδες, έχον μέντοι και ολίγην διαύγειαν, πάνυ ομιχλώδη, πολύ το πλάνον εμφερομένην? αύτη εστίν η των Λατίνων δοκούσα και ονομαζομένη χριστιανωσύνη, εμπεπλησμένη δε ούσα πάσης αιρέσεως και καινοτομίας, σμίγμα ούσα πασών των πάλαι αιρέσεων … Και τέτοιας λογής αύται αι θανατηφόροι ασθένειαι, μία από το μέρος της ανατολής, και η άλλη από το μέρος της δύσεως, ωσάν δύο μεγάλα σκοτίδια, και συγνεφίαι ενάδιαι εκατασκέπασαν και εζόφωσαν σχεδόν όλην την οικουμένην…»(18).
Το «σκοτίδιον» της Ανατολής, ωστόσο, αυτό της «παντελούς ασεβείας», μολονότι αποκρουστικό στους Χριστιανούς υποδούλους, δεν φαινόταν στη Μεγάλη Εκκλησία τόσο ζοφώδες όσο το «σκοτίδιον» της Δύσεως, της «εμπεπλησμένης πάσης αιρέσεως και καινοτομίας». Ήταν η στάση αυτή αποτέλεσμα των παλαιών συγκρούσεων με την «πεπλανημένη», τη «σεσαλευμένη», την «αναίσχυντη» και «μεμολυσμένη» Εσπερία και των ταπεινώσεων από τους «αλαζόνες και αγέρωχους» Λατίνους(19)? ήταν όμως και προϊόν της πολιτικής της νομιμοφροσύνης στην κοσμική εξουσία, της υποταγής στον νόμιμο ηγεμόνα των Ελλήνων, τον Σουλτάνο, της αποδόσεως τωι καίσαρι τα του καίσαρος – του οποίου η βασιλεία επί των Ορθοδόξων είχε ορισθή από τον Κύτιο αφενός για να καθαρίσει τον περιούσιο λαό του από τον βόρβορο των αμαρτιών των Χριστιανών αυτοκρατόρων του και αφετέρου για να τον προφυλάξει από τους αιρετικούς Λατίνους, από τη «λατινική μιαρία». «Τριακοσίους χρόνους μετά την ανάστασιν του Χριστού», εδίδασκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, «μας έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον Χριστιανικόν. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερεν τον Τούρκον και του το έδωσε δια το εδικόν μας καλόν και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια το εδικόν μας συμφέρον, διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν». Οι Ορθόδοξοι υπήκοοι του Σουλτάνου θα έπρεπε να υποτάσσονται στον μονάρχη τους, «μη συμπεριφερόμενοι διδαχαίς ξέναις», εδίδασκε και η Διδασκαλία Πατρική(20). «Φεύγετε όσον δύνασθε την Ευρώπην», εσυμβούλευε ο Αθανάσιος Πάριος το 1802, «και ακόμα και εκείνους όπου έρχονται από την Ευρώπην? ότι οι λόγοι τους ρέουσιν από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλλοίμονον αυτοί απαραλλάκτως είναι εκείνοι δια τους οποίους, ο προφήτης λέγει δαδ, ότι ουκ εστίν εν τωι στόματι αυτών αλήθεια η καρδιά αυτών ματαία». «Και δια τούτο πάλιν λέγω, και παραγγέλλω, με όλην την αδελφικήν αγάπην, μη δίδετε καμμίαν προσοχήν εις τα φαρμακερά και θανατηφόρα στόματα τούτων των Αντιχρίστων ότι κατά αλήθειαν αυτοί ολοφάνερα είναι Αντίχριστοι επειδή και με λόγους, και με έργα αντιφέρονται εις τη θεότητα του Ιησού Χριστού, και εις το Ιερόν του Ευαγγέλιον? και στοχασθήτε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δίδοντας τον εαυτόν του τύπον και υπογραμμόν εις ημάς καλής υποταγής, υπετάχθη εις τους θεσμούς του καίσαρος, και υπεγράφθη δούλος ο Βασιλεύς των Βασιλευόντων, εις τον καιρόν της γεννήσεώς του? αυτοί διδάσκωσιν όλον το εναντίον τους ανθρώπους, αποστασίας και ελευθερίαν εις τους αυθέντας των? ο Χριστός μας προστάζει, λέγωντας, απόδοτε τα καίσαρος καίσαρι, και αυτοί και με λόγους, και με βιβλία, αρματώνουν τας δεξιάς των υπηκόων, να φονεύουν τους καίσαρας? και είναι τούτοι Χριστιανοί, δεν είναι? μάλιστα φανεροί Αντίχριστοι»(21). «Αυτοί εκεί» ήσαν, φυσικά, «οι άθεοι αιρετικοί του αθέου Βολταίρου» του οποίου τη σκέψη, όπως και αυτήν του Ρουσσώ, είχε καταδικάσει με εγκύκλιο του 1773 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Φώτιος(22). «Και εις την Πόλιν πολλοί νέοι άρχισαν να φωτισθούν, / από γάλλους αθεΐας λίμπερα να διδαχθούν», διαπίστωνε την ίδια εποχή ο Κωνσταντινουπολίτης Αλέξανδρος Κάλφογλου «Καταλύουν παρρησία, κρέας τρων αραδικώς, / Αδικία, ασελγεία, λέγουν, νόμος φυσικός. Λόγος του Ευαγγελίου και κανών είν’ οχληρός / εις εκείνους ‘πού φωτίζουν φλόγες γαλλικού πυρός»(23).

    «Εικάζω», έγραφε έναν αιώνα αργότερα ο οξυδερκής και πολυμαθής «Μεγάλος Χαρτοφύλαξ και Χρονογράφος» της Μεγάλης Εκκλησίας που προαναφέρθηκε, «ότι τα μεγάλα κηρύγματα της γαλλικής επαναστάσεως και των προδρόμων αυτής κακώς ήχησαν παρ’ ημίν…»(24). Της «Φράντζας» τις «αντράλαις», κατά τον υμνητή του Αλή Πασά, τη «μαριολιά» τη μεγάλη, δεν τις «βαστούσε» ο τόπος? «Να ξέρετε μας μάγεψαν της Φράντζας οι διαβόλοι, / Και γνώσις δεν απόμεινε να ξέρετε ‘ς την Πόλι»(25).

    Δεν ξενίζουν ούτε εκπλήσσουν απόψεις όπως αυτές που παρατέθηκαν πιο πάνω τον ιστορικό που γνωρίζει την άκρως δυσχερή θέση της Μεγάλης Εκκλησίας την εποχή αυτή των μεγάλων αναστατώσεων και ρήξεων. Αρχές, όπως η λαϊκή κυριαρχία και η αυτοδιάθεση των λαών, τις οποίες επρόβαλλαν «της Φράντζας οι διαβόλοι», δεν ήταν δυνατό να ηχήσουν καλώς «παρ’ ημίν». Οι αρχές αυτές και τα εθνικά κινήματα που εξέθρεψαν, απειλούσαν θανάσιμα την ενότητα της Ορθόδοξης Οικουμένης και την ίδια την υπόσταση της Μεγάλης Εκκλησίας? η οποία, με την ιδιότητα της θεσμοθετημένης κηδεμονεύουσας αρχής αυτής της κοινότητος, έσπευσε να καταδικάσει τον «εθνοφυλετισμό» με σφοδρότητα ανάλογη της ισχύος της απειλής.

    Εκπλήσσουν μάλλον οι προσπάθειες εκείνων που αναλαμβάνουν ενίοτε να απολογηθούν γι’ αυτήν την καθόλα λογική και αναμενόμενη αντίδραση της Μεγάλης Εκκλησίας? εκπλήσσουν δε ακόμη περισσότερο οι προσπάθειες άλλων να διακρίνουν αποστολές της Μεγάλης Εκκλησίας άλλες από την περιφρούρηση της Ορθόδοξης Οικουμένης δια της οικονομίας των πραγμάτων, ιδίως δε αποστολές και ρόλους συμβατούς με τον εθνικισμό και τις αρχές που εστήριξαν εθνικά κινήματα, όπως αυτό των Ελλήνων.

    Όμως, «ο καιρός στην Ευρώπη»(26), όπως θα έλεγε ο Σεφέρης, ήταν όχι στη συντήρηση και τον δεσποτισμό, αλλά στην πρόοδο και την ελευθερία με την κοσμική σημασία των όρων αυτών. Αυτόν, λοιπόν, τον «καιρό» της Ευρώπης προσπάθησαν και κατόρθωσαν να φέρουν, όπως θα υποστηρίξω στο υπόλοιπο μέρος της ομιλίας μου, στην καθ’ ημάς Ανατολή οι «χάσκακες» του Μεγάλου Χαρτοφύλακος, πεπεισμένοι όντες ότι ο «καιρός» αυτός επρόσφερε τη μόνη εναλλακτική πρόταση για την κατάλυση της ξένης τυραννίας στην Ελλάδα.
Έπρεπε όμως, μαζί με την κατάλυση της τυραννίας, να προσδιορισθούν με σύγχρονους όρους αυτονόητες σήμερα έννοιες, όπως «Έλληνες» και «Ελληνικό έθνος», «ομοεθνείς» και «αλλοεθνείς», «Ελλάς» και «Ευρώπη»? έπρεπε, με άλλα λόγια, να προσδιορισθή η ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού έθνους με τους όρους της εποχής. Αυτές τις ιδεολογικές αναζητήσεις θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, λοιπόν, με τα στοιχεία που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας και που συνιστούν τη σημαντικότερη από άποψη όγκου και επεξεργασίας πηγή πληροφοριών της νεοελληνικής ιστορίας, με κεντρικό σημείο αναφοράς την Ευρώπη ως πολιτιστική και πολιτική έννοια.

    Η Ευρώπη με αυτήν τη σημασία κατείχε δεσπόζουσα θέση στις ιδεολογικές αναζητήσεις των πρωτεργατών της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Για τους πρωτεργάτες του Αγώνος, αδιακρίτως οικονομικής καταστάσεως και κοινωνικής ή πολιτικής θέσεως, η Ευρώπη αποτέλεσε εξ αρχής καθοριστικό παράγοντα, όχι μόνο της διεθνούς θέσεως που θα εξασφάλιζε ή όχι η επαναστατημένη χώρα, αλλά και της εσωτερικής της πολιτικής συγκροτήσεως. Πρώτον, η Ευρώπη, σωστότερα η δυτική Ευρώπη, ως ενότης ευνομουμένων χωρών, εθεωρείτο το κατ’ εξοχήν πρότυπο κρατικής συγκροτήσεως για την επαναστατημένη χώρα. Δεύτερον, η Ευρώπη με την έννοια των ισχυρών δυνάμεων της εποχής που απεφάσιζαν για τις τύχες των λαών ήταν παράγων που αναπόδραστα θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του επαναστατικού εγχειρήματος: η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη της Ευρώπης αυτής, αλλά και η συναίνεσή της, ήσαν απαραίτητες για την αίσια έκβαση της επαναστάσεως κατά του κραταιού δεσπότη των Ελλήνων. Τρίτον, η Ευρώπη, η «ευνομούμενη», «πεφωτισμένη» και «πεπολιτισμένη» Ευρώπη, αποτελούσε πηγή νομιμότητος? η ταύτιση, δηλαδή, με αυτήν την Ευρώπη ήταν στοιχείο νομιμότητος απόλύτου προτεραιότητος. Με άλλα λόγια, η επαναστατημένη Ελλάς, σωστότερα η ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων, προσέβλεπε στην Ευρώπη όχι μόνο για λόγους σκοπιμότητος και εξ ανάγκης, αλλά και για λόγους αρχής.

    Η «φωτισμένη» Ευρώπη, τα «πολιτισμένα και ευνομούμενα έθνη» της Ευρώπης, οι «φωτισμένοι λαοί» της Ευρώπης, οι «εξευγενισμένοι λαοί» της Ευρώπης είναι όροι που δεσπόζουν στις αναφορές των πρωτεργατών της επαναστάσεως στα πρότυπα εθνικής ολοκληρώσεως και κρατικής συγκροτήσεως των Ελλήνων(27). Ο φωτισμός, ο πολιτισμός και ο εξευγενισμός ήσαν έννοιες ταυτόσημες και κάθε άλλο παρά αφηρημένες? προσδιόριζαν το στάδιο της μορφωτικής, οικονομικής και πολιτικής αναπτύξεως ενός λαού, ο δε πολιτισμός ως έννοια ταυτιζόταν με τον Δυτικό Πολιτισμό, αφού η έννοια αυτή δεν είχε ακόμη υποστή τις συνέπειες της σχετικοποίησης που προώθησαν αργότερα οι κοινωνικές επιστήμες.

    Το ελληνικό έθνος υπεδύθη τον μεγάλο και άνισο αγώνα, έγραφε ελληνική εφημερίδα της εποχής, «όχι μόνον δια να ελευθερωθή εκ της απανθρώπου και σκληροτάτης τουρκικής δουλείας και να συγκαταλεχθή και αυτό πάλιν εις τον αριθμόν των εθνών, αλλά και να βελτιωθή ηθικώς, ν’ ανθρωπισθή, να έμβη εις την τάξιν των ανθρώπων…»(28). Για να «συγκαταλεχθή» μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών της Ευρώπης, το ελληνικό έθνος έπρεπε, σύμφωνα με άλλη εφημερίδα της εποχής, να καθαρισθή και από τον «βόρβορον των δουλικών φρονημάτων»(29). Σε διακήρυξη τέλος του Βουλευτικού, του Δεκεμβρίου του 1823, αναφέρεται, με αφορμή ταραχές που είχαν εκδηλωθεί την ίδια εποχή στην Πελοπόννησο, πως οι Έλληνες είχαν επαναστατήσει κατά των Τούρκων, όχι μόνον για την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, αλλά και για «να [ομοιωθώσιν] με όλα τα άλλα χριστιανικά έθνη»(30).

    «Ευρωπαϊκόν στρατόν», από απόψεως πειθαρχίας και οργανώσεως, επιθυμούσαν διακαώς οι Έλληνες, όταν αντιμετώπισαν το 1825 τον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ, τον οποίον είχαν οργανώσει Γάλλοι αξιωματικοί(31). «Ευρωπαϊκήν υπακοήν» είχαν επιδείξει οι υπό τις διαταγές του οπλαρχηγοί τον Δεκέμβριο του 1824, ανέφερε με υπερηφάνεια ο Ιωάννης Κωλέττης προς την κυβέρνηση(32). «Τακτικόν στρατιωτικόν», δηλαδή ευρωπαϊκόν, κατά το παράδειγμα και τις συμβουλές «των φωτισμένων της Ευρώπης λαών», συνιστούσε εφημερίδα της εποχής(33)? ο δε πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης ευχόταν την ίδια εποχή να μιμηθούν οι Έλληνες «τα φωτισμένα έθνη της Ευρώπης εις την ευταξίαν»(34). Τέλος ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος επιζητούσε, όπως είχε δηλώσει σε στενό του συνεργάτη, «ν’ αποκτήσηι υπόληψιν εις την Ευρώπην»(35)? ενώ ο Γεώργιος Ψύλλας, συντάκτης της Εφημερίδος των Αθηνών, προέτρεπε τους Έλληνες τον Δεκέμβριο του 1824 να παύσουν τις εμφύλιες συγκρούσεις, ώστε να διατηρήσουν το «ηθικόν κρέδιτον» που είχαν δημιουργήσει «μεταξύ των πολιτευμένων λαών»(36).

    Οι αναφορές στο ίδιο θέμα αυξάνονταν όσο περνούσε ο καιρός και η αναγνώριση των Ελλήνων επαναστατών, ως εμπολέμων στην αρχή και άξιων ν’ αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους από τον Σουλτάνο κατόπιν, από τις χώρες της Ευρώπης και ιδίως τις μεγάλες δυνάμεις εθεωρείτο επιτακτική ανάγκη. Έπρεπε να στοιχειοθετηθούν τα απαραίτητα επιχειρήματα και να προβληθούν πειστικά για το δικαίωμα των Ελλήνων να ιδρύσουν ανεξάρτητη πολιτεία, όπως οι άλλες ανεξάρτητες πολιτείες της Ευρώπης. Έπρεπε να προβληθή πειστικά το στοιχείο της νομιμότητος του ελληνικού αγώνος της ανεξαρτησίας. Η ελληνική επανάσταση κατά του Σουλτάνου δεν στρεφόταν, όπως υποστηριζόταν σε όλους τους τόνους και με όλα τα μέσα, εναντίον της νομιμότητος που προωθούσε η Ιερά Συμμαχία των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων? ήταν «νόμιμος επανάστασις» εναντίον παρανόμου σφετεριστού της εξουσίας. Οι Έλληνες δεν είχαν υπογράψει συνθήκη υποταγής, δεν είχαν προσκυνήσει? ήσαν «δορυάλωτοι δούλοι» ξένου δυνάστη, ο οποίος βίαι κατείχε τις ελληνικές χώρες. Η τουρκική κυριαρχία είχε τη μορφή στρατιωτικής κατοχής: οι Τούρκοι «εστρατοπέδευον» στις ελληνικές χώρες, δεν ήσαν νόμιμοι κάτοχοι και κάτοικοί των(37).

    Σκοπός του «Ελληνικού επιχειρήματος», όπως αναφερόταν στην εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά, ήταν «η σύστασις του Χριστιανισμού και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού»? που συνέπιπτε με τις αρχές της θρησκείας και της νομιμότητος που επαγγέλλονταν οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης(38). Η νίκη των Ελλήνων ήταν νίκη της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού, υποστήριξε ο Γεώργιος Τερτσέτης μετά τον Αγώνα, αλλά αναφερόμενος στα επαναστατικά χρόνια. «Η Ελληνική Επανάστασις κρατιέται από μίαν άλυσσον ιστορικήν πολλά μεγάλην, και συγγενεύει με το πνεύμα της Ευρώπης περισσότερον παρ’ ότι φαίνεται. Δεν είναι προ αιώνων ο πόλεμος της Ευρώπης εναντίον Ασίας και Αφρικής; Δεν βλέπομεν την ανθρωπότητα διαμοιρασμένην εις δύο ακοίμητα στρατόπεδα, εις το ένα στρατόπεδον Έλληνες, Ρωμαίοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Άγγλοι, Ισπανοί, Ρώσσοι, εις το άλλο Πέρσαι, Αιγύπτιοι, Φοίνικες, Καρχηδόνιοι, Άραβες, Οθωμανοί;»(39) «Ευρωπαίον» και «Χριστιανικόν» το ελληνικό έθνος, κατά τον επιστολογράφο που ανέφερα στην αρχή, ήταν «φύσει και δικαιώματι», «κλάδος προκαταρκτικός» της ευρωπαϊκής οικογένειας. Το ίδιο υποστήριξε και ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, το 1822: «Το Ελληνικόν έθνος αυθόρμητον και ομόγνωμον ζητεί την ανεξαρτησίαν του, με σκοπό να παύσηι εξαρτώμενον από τον βάρβαρον της Ασίας ζυγόν και να καταχωρισθήι ανεξάρτητον εις την μεγάλην της εξευγενισμένης Ευρώπης χριστιανικήν οικογένειαν»(40).

    Ήταν όμως πράγματι «ομόγνωμον» το έθνος σε αυτόν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του; Ήταν «ομόγνωμον» το μέρος εκείνο του έθνους που είχε αναδειχθή στην ηγεσία του πριν και κατά τη διάρκεια του Αγώνος, με εξαίρεση την εκτός της επαναστατημένης Ελλάδος εκκλησιαστική ιεραρχία για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, ιδίως δε για τον λόγο ότι αυτό το μέρος της ελληνικής ηγεσίας ευρισκόταν την ίδια εποχή εν ομηρεία. Ομογνωμούσε, με άλλα λόγια, η ελληνική ηγεσία που ήταν ελεύθερη να πάρει θέση στο πολιτικό ζήτημα? αυτό δε που έχει σημασία είναι πως έσπευδαν να συναινέσουν και μάλιστα να δηλώσουν δημόσια τη συναίνεσή τους και εκείνοι, οι καπετάνιοι των ατάκτων ή οι προεστοί και οι μητροπολίτες της επαναστατημένης χώρας, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν από τους θερμότερους θαυμαστές της Ευρώπης με τη σημασία που εκτίθεται εδώ. Η δημόσια συναίνεση αυτών των ηγετικών στοιχείων, καιροσκοπική ίσως σε πολλές περιπτώσεις παρά ειλικρινής, φανερώνει την απήχηση της Ευρώπης στην επαναστατημένη χώρα και την ανάγκη που αισθάνονταν ακόμη και όσοι δεν συμφωνούσαν κατά βάθος με τον ιδεολογικό αυτόν προσανατολισμό, να δηλώσουν τη συμφωνία τους.

    Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Αδαμάντιου Κοραή ή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Θεόκλητου Φαρμακίδη ή του Ιωάννη Κωλέττη, του Γεωργίου Ψύλλα ή του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ασφαλές κριτήριο ενός γενικότερου ιδεολογικού προσανατολισμού προς την Ευρώπη. Αυτοί και δεκάδες άλλοι που άφησαν σχετικές μαρτυρίες, ήσαν γνωστοί θαυμαστές του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και γενικότερα της Δύσεως και υποστηρικτές της ανάγκης να εισαχθούν στην Ελλάδα αρχές και θεσμοί που είχαν αναπτυχθεί και ευδοκιμήσει στην Εσπερία. Δεν αντιπροσώπευαν όμως αυτοί το σύνολο των ηγετικών ομάδων που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ιδεολογική κατεύθυνση του απελευθερωτικού αγώνος. Τεκμήρια πειστικά αποτελούν οι μαρτυρίες άλλων πρωταγωνιστών, όπως αυτή του Οδυσσέως Ανδρούτσου που προαναφέρθηκε ή η ακόλουθη μαρτυρία του Νικολάου Στορνάρη, ισχυρού καπετάνιου του Ασπροποτάμου: «… είναι αδύνατον να εισχωρέσηι εις τον νουν των κατοίκων της Θεσσαλίας, ότι ημπορούμεν χωρίς ευρωπαϊκήν δύναμιν να αποτινάξωμεν τον ζυγόν και να συστήσωμεν μόνοι μας διοίκησιν? δια τούτο […] είναι αναγκαίον έν σώμα φράγκικον με λαμπροφορεμένον αρχηγόν και με τυμπανιστάς και σαλπιστάς Ευρωπαίους…»(41)

    Ακόμη πιο πειστικό τεκμήριο αποτελεί η περιβόητη εκείνη «πράξις υπερασπίσεως» του 1825, την οποία απηύθυναν οι Πελοποννήσιοι προεστοί και καπετάνιοι στην Αγγλία και με την οποία ζητούσαν να αναλάβει την προστασία της ανεξάρτητης Ελλάδος η μεγάλη τότε αυτή δύναμη. Δεν έχουν εν προκειμένωι τόση σημασία οι ανομολόγητοι σκοποί εκείνων που υπέγραψαν αυτό το κείμενο όση η δημοσίευσή του και οι λόγοι που επρόβαλαν για το διάβημά των οι πανίσχυροι Πελοποννήσιοι ηγέτες. «Η Ελλάς», όπως εξηγούσε ένας εξ αυτών, ο Ανδρέας Ζαΐμης, «δημοσίως και δι’ επισήμων εγγράφων, απεφάσισε ν’ αναθέσηι εαυτήν εις την υπεράσπισιν της κραταιάς Βρεττανίας, ούσα βεβαία, ότι το μέγα και σοφόν έθνος των Άγγλων δύναται να την ευτυχήσηι»(42). Ο ίδιος και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, από τους πρωταγωνιστές και αυτός του διαβήματος, έγραφαν τα εξής υπεραμυνόμενοι του διαβήματος: «… περί δε των πολυειδώς και πολυτρόπως αντενεργούντων εις όσα εδύναντο να μετριάσουν τα δεινά της αναξιοπαθούσης Ελλάδος, σας πιστοποιούμεν ότι αληθώς μεν ούτοι είναι φθορείς και λυμεώνες, αδυνατούσιν όμως να διαστρέψουν το έθνος, καθ’ ην ελευθέρως και εκουσίως έκαμεν αμετάτρεπτον απόφασιν να ζητήσηι την προστασίαν του σοφωτέρου, ευνομουμενεστέρου και κραταιοτέρου των εθνών, συναρωγόν προς απαρτισμόν του οποίου επεχειρίσθη μεγάλου έργου, της πολιτικής αυτού υπάρξεως και ανεξαρτησίας, και ανακτήσεως των απαραγράπτων εθνικών αυτού δικαιωμάτων»(43). Ο δεύτερος, μάλιστα, καλός γνώστης της βρεταννικής στρατιωτικής ισχύος, εξαιτίας της υπηρεσίας του υπό βρεταννική στρατιωτική διοίκηση στα Επτάνησα, ζητούσε να στείλουν οι Άγγλοι στην Ελλάδα Επτανησίους, Ηπειρώτες και Πελοποννησίους που είχαν καταφύγει στα Επτάνησα για να πολεμήσουν στη επαναστατημένη χώρα, όχι τόσο για να βοηθήσουν στρατιωτικά, όσο για να φανή ότι η Αγγλία βοηθούσε πλέον ανοικτά τους Έλληνες(44).

    Μπορεί σήμερα να θεωρείται βέβαιον ότι το εν λόγω διάβημα προς την Αγγλία – όπως άλλωστε όλες οι σχετικές πράξεις της επαναστατικής κυβερνήσεων ή διαφόρων ηγετικών ομάδων και κύκλων – δεν ήταν προϊόν «ελευθέρας και εκουσίας αποφάσεως» του «έθνους». Τέτοιες αποφάσεις ελαμβάνοντο εν ονόματι του έθνους από εκείνους που είχαν προβληθή από τις περιστάσεις ως ηγέτες του. Μπορεί ωστόσο να θεωρείται εξ ίσου βέβαιον ότι οι αποφάσεις αυτές απηχούσαν αυτό που τότε θα μπορούσε να ονομασθή «κοινή γνώμη», για τον βασικό λόγο ότι οι ίδιοι οι ηγέτες που ομιλούσαν εν ονόματι του έθνους διαμόρφωναν και την «κοινή γνώμη» του.

    Σε κανέναν άλλον τομέα ίσως δεν είναι τόσο έκδηλος ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός των Ελλήνων της επαναστατημένης χώρας όσο στις ζωηρές συζητήσεις που προκάλεσε η αναζήτηση του κατάλληλου πολιτεύματος για τη χώρα, ευθύς μετά τη συγκρότηση των πρώτων πυρήνων επαναστατικής εξουσίας, αλλά κυρίως όταν η επαναστατική κυβέρνηση φαινόταν αδύνατη να περιστείλει τα φυγόκεντρες δυνάμεις που δυσχέραιναν τη διεξαγωγή του πολέμου κατά των Τούρκων. Ήταν ανάγκη, εδήλωναν όλοι όσοι είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τη γνώμη τους, να συγκροτηθή εξουσία και να θεσπισθή πολίτευμα που θα είχαν την έγκριση της Ευρώπης. Ήταν ανάγκη να συσταθή κυβέρνηση από τους «φρονιμότερους και ευϋποληπτότερους ομογενείς», για να μην ανησυχεί η μοναρχούμενη Ευρώπη. Ακόμη και ονομασίες, όπως «Άρειος Πάγος», δεν έπρεπε να χρησιμοποιούνται, κατά τον Ιγνάτιο? εθύμιζαν «την δημοκρατίαν των Αθηνών και […] την πανώλην εις όλας τας δυνάμεις της Ευρώπης»(45). Η επανάσταση των Ελλήνων ήταν επανάσταση φρονίμων νοικοκυρέων, όχι ανεύθυνων στοιχείων: «… το κίνημα των Ελλήνων δεν είχε καμμίαν σχέσιν, μήτε αναλογίαν με το Ιακωβικόν ή Καρβονικόν σύστημα», έγραφε σχετικά ο Μινίστρος των Εξωτερικών Παναγιώτης Ρόδιος το 1824(46).

    «Εις Κοίρανος έστω!», άρχισαν πολλοί να αποφαίνονται, σοβαρά και εύλογα ανήσυχοι από τις εμφύλιες διαμάχες. Έλειπε όμως, παραδέχονταν όλοι, ένας Μπολιβάρ ή ένας Ουάσινγκτον(47). «… εδοκίμασα», έγραφε από το εξωτερικό ο ακάματος Ιγνάτιος, «αν ευρίσκεται κανέν υποκείμενον εις την Ευρώπην με πλούτη και αξιότητα, ως ο Πρίγκηψ Ευγένιος, πρώην αντιβασιλεύς της Ιταλίας, δια να τον προσκαλέσωμεν και να του δώσωμεν την υπερτάτην αρχήν, αλλά και κατά τούτο απέτυχα, διότι άνθρωπος με λαμπράν τύχην δεν την κινδυνεύει εις αβέβαια πράγματα, αν δεν είανι τρελός, και ο τρελός τί χρησιμέυει;»(48).
«Εκλέξατε έναν βασιλέα, έναν αρχηγόν εν υπολήψει», έγραφε ο Φαναριώτης Ιωάννης Καρατζάς στον Μαυροκορδάτο, «όστις να είναι δεκτός όχι μόνο εις ημάς, αλλά και εις αυτήν την Ευρώπην? άνευ τούτου τα πάντα φρούδα, τα πάντα μάταια, τα πάντα χαμένα». Τέτοιος εθεωρείτο ο Λεοπόλδος του Σαξωνικού Κοβούργου: «… ευϋπόληπτος εις όλην την Ευρώπην, πλουσιώτατος (τούτο αναγκαιότατον) και εν ενί λόγωι γεμάτος προτερήματα ο άνθρωπος»(49).

    «Να συμμορφώσωμεν την εσωτερικήν Κυβέρνησίν μας κατά την ορθήν και αληθή πολιτικήν της φωτισμένης Ευρώπης», έκρινε και ο Κολοκοτρώνης? επειδή «η πολυμέλεια του Νομοτελεστικού της Διοικήσεώς μας έβλαψε πολύ και εμπόδισε τας προόδους του έθνους μας? και είναι γνώμη σοφή, και αρχαίων και νεωτέρων, ότι ‘ουκ αγαθόν πολυκοιρανιη’». «Ένας» λοιπόν έπρεπε να αναλάβει την κυβέρνηση της χώρας, άνδρας «ειδήμων της πολιτικής του φωτισμένου κόσμου», ένας άνδρας τον οποίο θα ενέκρινε η «ενεργούσα Ευρώπη»(50).
Η Ελλάς έπρεπε να αποκτήσει πολίτευμα που θα την καθιστούσε, έκρινε ο Δημήτριος Αινιάν, «μέλος της των ευρωπαϊκών εθνών οικογενείας»(51)? «διοίκησιν ομοίαν», κατά την Εφημερίδα των Αθηνών, «μ’ εκείνας των βασιλευομένων εθνών της Ευρώπης»(52). «Βλέποντες τας δυσκολίας του να συμβιβασθήι αυτό το κέντρον [δηλαδή, η κεντρική εξουσία] με τον διορισμόν ενός των εντός της Ελάδος ευρισκομένων», έκριναν και οι πρόκριτοι το 1824, «δεν βλέπομεν άλλο σωτήριον μέσον παρά την πρόσκλησιν υποκειμένου των λαμπροτέρων και αποδεδειγμένως ικανοτέρων εκτός της Ελλάδος, δια να μοναρχήσηι συνταγματικώς και υπό νόμους εις την ελευθέραν Ελλάδα». Ήταν ανάγκη να συσταθή, «εύτακτον βασίλειον»(53).

    Ο τελευταίος αυτός όρος, να βασιλεύσει κάποιος Ευρωπαίος ηγεμόνας «συνταγματικώς», ήταν η μόνη διασφάλιση που επιδίωκαν όλοι εκείνοι οι Έλληνες που προσανατολίζονταν σοβαρά πλέον στην πρόσκληση ηγεμόνος, μέλους ενός από τους δυναστικούς οίκους της Ευρώπης της εποχής αυτής. Θα προτιμούσαν όλοι σχεδόν διαμαρτυρόμενο ηγεμόνα, όχι καθολικόν, για να μη δοθή η δυνατότητα, όπως έγραφε κάποιος, στους «Φλάρους» και τους «Κακογεζουΐτας» να «φραγκέψουν όλον τον απλούν και αμαθή λαόν μας»(54). Αλλά και στο σημείο αυτό δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που ήσαν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν αν ο υποψήφιος ηγεμόνας διέθετε άλλα προσόντα, όπως αυτά που ήδη ανέφερα. Σημασία είχε η ευρωπαϊκή του προέλευση, για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν εκτενώς.

    Είναι φανερό, πιστεύω, πως η αναζήτηση ηγεμόνος στην Ευρώπη δεν ήταν, όπως έχει ατά καιρούς εσφαλμένα υποστηριχθή, προϊόν μοναρχικών φρονιμάτων του λαού και των ηγετών του? δεν αποτελεί, δηλαδή, τεκμήριο μοναρχικών πεποιθήσεων η προβολή, την εποχή αυτή στην Ελλάδα, της απόψεως ότι η χώρα είχε την ανάγκη ενός Ευρωπαίου ηγεμόνος. Μπορεί να θεωρείται βέβαιο πως όλοι αυτοί που επρόβαλλαν την ανάγκη να προσκληθή μονάρχης από την Ευρώπη, θα επρόβαλλαν με τον ίδιο ενθουσιασμό την ανάγκη να εγκαθιδρυθή αβασίλευτο πολίτευμα, εάν η Ευρώπη της εποχής δεν ήταν βασιλευόμενη αλλά αβασίλευτη. Το ζητούμενο στην Ελλάδα της εποχής ήταν πολίτευμα όπως τα ισχύοντα τότε πολιτεύματα στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο ευρωπαϊκός, λοιπόν, προσανατολισμός των Ελλήνων πρωταγωνιστών του Αγώνος ήταν συνειδητή επιλογή ανδρών που είχαν σαφείς στόχους ως προς την πολιτική αποκατάσταση και την πορεία του έθνους και ήσαν πεπεισμένοι πως αυτή η αποκατάσταση ήταν όχι μόνο η σωστή λύση αλλά η μόνη λύση στο πρόβλημα του έθνους, το οποίο ήταν πρόβλημα υποστάσεώς του. Οι μεταγενέστερες προσπάθειες να εξηγηθή ο προσανατολισμός αυτός είτε ως επιβεβλημένος έξωθεν είτε ως προϊόν αφελών ή εξωνημένων ανδρών είναι επιχειρήσεις ιδεολογικής επεξεργασίας που δεν αντέχουν στον βασανιστικό έλεγχο που επιτρέπουν τα διαθέσιμα στοιχεία της εποχής.

    Αυτού του είδους οι ιδεολογικές επιδρομές ανιστόρητων νοσταλγών ενός νοητού παρελθόντος στο ιστορικό παρελθόν παρακάμπτουν το βασικό δεδομένο της εποχής: ότι η εναλλακτική λύση στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, που ήταν ταυτόσημος της εξόδου από την κυριαρχία του Οθωμανού δυνάστη, ήταν η βαρβαρότητα και η τυραννία. Το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς που είχε επιβάλει ο ίδιος δυνάστης, καθώς και ο ρόλος που έπαιζε εξ ανάγκης ή εκ πεποιθήσεως η παραδοσιακή ηγεσία του έθνους στο καθεστώς αυτό, δεν επιδέχονταν προσαρμογές στις επιταγές των καιρών, όπως έδειξε ο αιώνας που ακολούθησε. Η ιστορική ενότητα της καθ’ ημάς Ανατολής είχε ήδη διασπασθή αμετάκλητα από δυνάμεις που είχαν αποδεσμευθή στην Ευρώπη και που δεν ήταν δυνατό να συγκρατηθούν στα σύνορα της αυτοκρατορίας του Οθωμανού δυνάστη και εκτός των ορίων δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη. Το ελληνικό έθνος, ως ζωντανή πολιτιστική κοινότητα, προσαρμοζόταν και εκσυγχρονιζόταν με τους όρους της νέας εποχής, με τους όρους με τους οποίους διαμορφώθηκαν όλα τα σύγχρονα έθνη. Το ελληνικό έθνος, όπως όλα τα έθνη άλλωστε που ανακαινίσθηκαν με τους ίδιους όρους, ακολούθησε την πορεία που επέβαλλαν οι καιροί σε όλες τις ανθρώπινες κοινότητες που δεν κατέληξαν πολιτιστικά απολιθώματα κατάλληλα για ένα μουσείο των εθνών ή που δεν αφανίσθηκαν. Οι Έλληνες της εποχής της Εθνικής Παλιγγενεσίας και μεταγενέστερων εποχών είδαν την Ευρώπη ως σύνολο αξιών, αρχών και θεσμών οικείων και κατάλληλων για την ανακαίνιση του έθνους των. Η ελευθερία, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η δικαιοσύνη, η ευνομία, η ισοπολιτεία και η κοινοβουλευτική δημοκρατία, καθώς και άλλες αξίες και αρχές που ταυτίστηκαν με αυτήν την Ευρώπη, υπήρξαν αξίες και αρχές οικείες στους Έλληνες της Εθνικής Παλιγγενεσίας και συνεχίζουν να αποτελούν, εις πείσμα όσων αρνούνται να παραδεχτούν ότι η Ευρώπη δεν ήταν τότε και πολύ περισσότερο δεν είναι σήμερα η «ζοφώδης» και «μιαρά» Εσπερία, το «πλάνον σκοτίδιον» που εφιλοτέχνησαν ηγέτες άλλων εποχών και κάτω από άλλες συνθήκες. Η Ελλάς αποτελεί οργανικό και αναπόσπαστο μέλος αυτής της ευρωπαϊκής πολιτιστικής οικογένειας με τη συνειδητή και ελεύθερα εκπεφρασμένη απόφαση της λαοπρόβλητης ηγεσίας των Ελλήνων. Αν στο μέλλον χρειαστεί να αναπροσδιορίσουν οι Έλληνες την ταυτότητά τους με άλλους όρους, ο ιστορικός της Νεωτέρας Ελλάδος θα ευχόταν να επιτευχθή αυτός ο νέος αναπροσδιορισμός με αρχές και αξίες όχι λιγότερο υψηλές απ’ αυτές που είχαν ως σημείο αναφοράς οι Έλληνες της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

    Σημειώσεις:
1.Αποσπάσματα επιστολής που δημοσιεύθηκε με τίτλο «Μεσσηνιακή επιστολή», Ελληνικά Χρονικά, 39/16 Μαΐου 1825.
2.Γεωργίου Ζώρα, «Αι προ και μετά την άλωσιν διαμορφωθείσαι ιδεολογικαί και πολιτικαί κατευθύνσεις», L’ H?llenisme Contemporain, Αθήνα 1953, 113.
3.Αυτόθι, 113-14, 117 κ.ε.
4.Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, Αποδείξεις ιστοριών, βιβλία i-iii, Νικολάου Νικολούδη, Laonikos Chalkokondyles. A translation and commentary of the “Demonstrations of Histories” (Books i-iii), Αθήνα 1996, 192-94.
5.Παύλου Καρολίδου, Ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα 1925, 612.
6.Χρονικόν ανέκδοτον Γαλαξειδίου, επιμ. Κ. Ν. Σάθα, Αθήνα 1865, 200.
7.Μανουήλ Ι. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του γένους κατά τον ΙΗ’ και ΙΘ’ αιώνα, επιμ. Άλκη Αγγέλου και Φιλίππου Ηλιού, Αθήνα 1976, 93.
8.Αδαμάντιου Κοραή, Αδελφική Διδασκαλία, Ρώμη 1798, iv.
9.Αδαμάντιου Κοραή, Άσμα Πολεμιστήριον των εν Αιγύπτωι περί ελευθερίας μαχομένων Γραικών, Αίγυπτος 1800, 11.
10.Δημητριείς, Γεωγραφία Νεωτερική, επιμ. Αικ. Κουμαριανού, Αθήνα 1988, 85-6.
11.Ερμής ο Λόγιος, 15 Ιαν. 1812.
12.Αυτόθι, 1 Μαΐου 1811.
13.J. L. S. Bartholdy, Ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα, 1803-1804, μετάφρ. Φώντα Κονδύλη από τη γαλλική μετάφραση του έργου (Παρίσι 1807), Αθήνα 1993, 227.
14.Ζώρα, ε.α., 115.
15.Donald M. Nicol, «The Byzantine View of Western Europe», Greek, Roman and Byzantine Studies, viii (1967), 334.
16.Βλ. Asterios Argyriou, Les ?x?g?ses grecques de l’ Apocalypse ? l’ ?poque turque, 1453-1821. Esquisse d’ une histoire des courants id?ologiques au sein du peuple Grec asservi, Uessalon;ikh 1982.
17.F. Miklosich – I. M?ller, Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana, Βιέννη 1865, iii, 63.
18.Κωνσταντίνου Ν. Σάθα, Τουρκοκρατόυμενη Ελλάς, 1453-1821, Αθήνα 1869, 440-41.
19.Βλ. Γεωργίου Α. Στόγιογλου, Ιστορία επισκοπών Μακεδονίας. Θεόφιλος Παπαφίλης, Επίσκοπος Καμπανίας, Θεσσαλονίκη 1992, 50-1, όπου σχετική αναφορά του Δημητρίου Χωματιανού? Κ. Ν. Σάθα, Ελληνικά ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισιν της Βουλής, Α’, Αθήνα 1867, μγ’? Χαλκοκονδύλη, 222? Emile Legrand, Bibliographie h?llenique, Δ’, Παρίσι 1896, 58-9.
20.Διδασκαλία Πατρική συντεθείσα παρά του Μακαριωτάτου Πατριάρχου της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ κυρ Ανθίμου, εις ωφέλειαν των Ορθόδόξων Χριστιανών, Κωνσταντινούπολη 1798, 24? Φάνη Μιχαλόπουλου, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήνα 1940, 50.
21.Ναθαναήλ Νεοκαισαρείας [Αθανασίου Πάριου], Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων, Τεργέστη 1802, 67, 70.
22.Μανουήλ Ι. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, Κωνσταντινούπολη 1888, 281 κ.ε. Βλ. και Cyril Mango, Byzantium and its Image, London, 1984, 35.
23.Γεδεών, Πνευματική κίνησις, 88.
24.Αυτόθι, 45.
25.Κ. Ν. Σάθα, Ιστορικαί διατριβαί, Αθήνα 1870, 205-6, 209, 219.
26.Γεωργίου Σεφέρη, Χειρόγραφο Σεπ. ’41, Αθήνα 1972, 25.
27.Βλ. ενδεικτικά Εφημερίς των Αθηνών, 8/12 Δεκ. 1825? Ελληνικά Χρονικά, 14/16 Φεβ. 1824, 22/15 Μαρ. 1824, 12/11 Φεβ. 1825? Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, 59/22 Μαΐου 1826, 5/30 Οκτ. 1826, 19/12 Ιαν. 1827? Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας, επιμ. Αντωνίου Λιγνού, Πειραιάς 1926, Η’, 414, 619? Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, στη σειρά Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, επιμ. Ε. Πρωτοψάλτη, Αθήνα 1963, Δ’, 748? Διονυσίου Ρώμα, Ιστορικόν Αρχείον, επιμ. Δ. Γ. Καμπούρογλου, Αθήνα 1901-6, Α’, 311, Β’, 269-70, 322.
28.Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, 68/23 Ιουν. 1826.
29.Εφημερίς των Αθηνών, 2/14 Νοεμ. 1825.
30.Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Βουλευτικόν, Β’, Αθήνα 1972, 660.
31.Εφημερίς των Αθηνών, 99/16 Οκτ. 1825.
32.Νικολάου Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν (1821, 1843), Αθήνα 1851 (επανέκδοση: επιμ. Π. Φ. Χριστοπούλου, Αθήνα 1972), Β’, 189.
33.Εφημερίς των Αθηνών, 8/12 Δεκ. 1825.
34.Ελληνικά Χρονικά, 15/20 Φεβ. 1824.
35.Αρχείον Μαυροκορδάτου, Δ’, 333.
36.Εφημερίς των Αθηνών, 29/10 Δεκ. 1824.
37.Σάλπιγξ Ελληνική, 12 Μαΐου 1821, έγγραφο των συγκεντρωμένων ενόπλων στην Καλαμάτα προς την Ιόνιο Βουλή? Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, Β’, 555? Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, 54/21 Απρ. 1826 και 46/14 Μαΐου 1827? Αρχείον Ρώμα, Β’, 146-47? Ελληνικά Χρονικά, 13/13 Φεβ. 1824 και 35/2 Μαΐου 1825.
38.Ελληνικά Χρονικά, 39/16 Μαΐου 1825.
39.Ο Τερτσέτης στα Προλεγόμενα της α’ εκδόσεως του έργου του Θεόδωρου Κ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, φωτομηχανική επανέκδοση της α’ εκδόσεως, επιμ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Αθήνα 1981, στ’-ζ’.
40.Αρχείον Ύδρας, Η’, 619.
41.Αρχείον Μαυροκορδάτου, Α’, 152.
42.Αρχείον Ρώμα, Α’, 626.
43.Αυτόθι, Α’, 736.
44.Αυτόθι, Α’, 629.
45.Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), επιμ. Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, στη σειρά Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήνα 1961 (φωτομηχανική ανατύπωση 1980), τ. Δ’, τχ. ΙΙ, 137.
46.Αυτόθι, 182.
47.Ιγνάτιος, 253, 254.
48.Αυτόθι, 135.
49.Αυτόθι, 253.
50.Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Α’, 424.
51.Εφημερίς των Αθηνών, 10/19 Δεκ. 1825.
52.Αυτόθι, 8/12 Δεκ. 1825.
53.Αρχείον Μαυροκορδάτου, Δ’, 27.
54.Ιγνάτιος, 253.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ