|
ΣΠΗΛΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ
Εκεί κοντά είναι κι άλλες σπηλιές, για τις οποίες είχαμε ακούσει θαυμαστά πράγματα, οπόταν πριν από πολλά χρόνια αποφασίσαμε με το Γέροντά μου, Ιωακείμ Μοναχό, να πάμε και εμείς εκεί. Με κόπο φτάσαμε μπροστά στη σπηλιά, μπήκαμε μέσα και είδαμε ίχνη, πόα φανέρωναν πώς κάποιος ευλογημένος άνθρωπος θα πρέπει να μένει σ' αυτήν. Προχωρήσαμε πιο μέσα, είδαμε ένα σταμνάκι με νερό και ψηλά ίσαμε ενάμισι μπόί ανθρώπου, ήτανε άλλη σπηλιά, μικρότερη από την πρώτη. Προσπαθήσαμε να βρούμε τρόπο ή μέρος για ν' ανέβουμε ως εκεί, αλλά τούτο ήταν αδύνατο, γιατί το μέρος ήταν απότομο. Τότε στο βάθος της σπηλιάς αυτής διακρίναμε μια κακοφτιαγμένη σκάλα, φαίνεται πώς μ' αυτή, ό κάτοικος της σπηλιάς ερημίτης, ανέβαινε και κατέβαινε στο καταφύγιο του και για να μην τον ενοχλούν οι τυχόν επισκέπτες, με το προορατικό χάρισμα, πού ήταν πλουτισμένος από το Θεό, σαν αντιμισθία της αυταπαρνήσεως και των πολλών ασκητικών του κόπων, προαισθάνονταν τον ερχομό του επισκέπτη κι αμέσως ανέβαινε στην κρυφή σπηλιά του. Τραβούσε δε και τη σκάλα, για να μη μπορεί άλλος κανείς ν' ανέβει.
Τότε αρχίσαμε τους χαιρετισμούς της Παναγίας και πλησιάζοντες να τελειώσουμε, όταν λέγαμε το «Ύπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», «Ω πανύμνητε Μήτερ, ή τεκούσα των πάντων αγίων αγιότατων Λόγον...» και κάναμε τρεις γονυκλισίες μεγάλες, ήρθε έντονη ευωδία μοσχολίβανου και γέμισε όλη ή σπηλιά από άρρητη ευωδία!
Έτσι οι ευλογημένοι αυτοί Πατέρες φεύγανε τη δόξα των ανθρώπων, για να βρούνε δόξα και παρρησία κοντά στο Θεό, για τον όποιον «απαύστως ό θείος πόθος γινότανε».
|